Βίοι κληρικών της Ροδόπης

Γράφει ο Θεολόγος- Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
In memoriam
O Πρωτοπρεσβύτερος της Ιεράς Μητροπόλεως
Μαρωνείας και Κομοτηνής
Ζαφείριος Καραγκιοζάκης(1912- 2004)
Ένας κληρικός- Μία ιστορία εννέα δεκαετιών

Ως το της ψυχής ελάχιστον αντιδώρημα των επιγενομένων προς τους προαπελθόντες αοιδίμους πολιούς κληρικούς, οι οποίοι ως αληθείς και ανυπόκριτοι πατέρες εσφάγισαν ανεξίτηλα, «του πνεύματος τη δυνάμει», την πνευματική και εν γένει περπατησιά μας στην ζωή, είναι έστω και δι΄ολίγων αράδων, η γραφή της μνημοσύνης του ονόματός τους και της όλης βιότης τους. Η «αναθηματική γραφή» λοιπόν «in memoriam» (εις μνήμην) αποτελεί οφειλομένη έκφραση τιμής και αναγνωρίσεως του ποιμαντικού έργου των διακονησάντων ιερέων μας στον αμπελώνα του Κυρίου, εάν αναλογισθεί κάποιος ότι οι ιερείς μας, οι τε ζώντες και κεκοιμημένοι- έχουν συνδέσει το όνομά τους με σημαντικές στιγμές της ζωής όλων μας, από την βάπτιση και τον γάμο μέχρι την μετοχή στην μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας και την έξοδο προς την όντως αληθινή αιώνια εν Χριστω ζωή προσφιλεστάτων προσώπων μας. Αποτελούν συνεπώς αναπόσπαστο μέρος της όλης επιγείου ζωής και πορείας μας μέσα στην αγιοπνευματική ζωή της Εκκλησίας και στις περιστροφές, ευχάριστες ή δυσάρεστες, του κόσμου τούτου.
Έναν τέτοιο παλαίφατο και αοίδιμο κληρικό μιάς άλλης εποχής της Ιεράς Μητροπόλεως Μαρωνείας και Κομοτηνής ανακαλεί στη μνήμη πολλών η αναθηματική αυτή γραφή τιμώσα τον μακαρία τη λήξει γενόμενο Πρωτοπρεσβύτερο Ζαφείριο Καραγκιοζάκη, ο οποίος υπήρξε κατά το πάλαι ο μακροβιότερος κληρικός της Μητροπόλεως Μαρωνείας και Κομοτηνής που διηκόνησε επί έξι δεκαετίες το αναίμακτο θυσιαστήριο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αφού μέχρι την κοίμησή του (2004) ήταν η πρώτη χειροτονία του μόλις ενός έτους αρχιερατεύσαντος αοίδιμου Μητροπολίτου Μαρωνείας και Θάσου Σπυρίδωνος Αλιβιζάτου(1938- 1940) στο Νομό Ροδόπης.
Ο Πρωτοπρεσβύτερος Ζαφείριος Καραγκιοζάκης εγεννήθη την 25η Ιανουαρίου 1912 στην ελληνορθόδοξη κοινότητα του Χρυσολίθου(Αλτίντας) της περιφέρειας Κεσσάνης του τμήματος Μακράς Γέφυρας( Ουζούν Κιοπρού) στην Ανατολική Θράκη. Ο Ζαφείριος ήταν ο δευτερότοκος υιός του Δημητρίου και της Σουλτάνας, ενώ τα άλλα δύο αδέλφια του ήταν ο Καριοφύλλης(1910) και η Σοφία(1920). Οι γονείς του ως αγρότες και κτηνοτρόφοι ήταν αρκετά εύποροι και έτσι τα παιδικά του χρόνια για τα δεδομένα της εποχής εκείνης δεν τα έζησε με στερήσεις.
Ο παππούς του Ζαφειρίου, ονόματι Χρήστος, υπήρξε αιρετός Μουχτάρης( Πρόεδρος) της ελληνορθοδόξου κοινότητος Χρυσολίθου επί 24 συναπτά έτη και επειδή έχαιρε της εκτιμήσεως Χριστιανών και Μουσουλμάνων, ο λόγος του εισακούετο και είχε ιδιαιτέρως βαρύνουσα σημασία στις πολιτικές και στρατιωτικές οθωμανικές αρχές της περιοχής.
Ως ιδιαιτέρας συμβολικής σημασίας ή προφητικό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το παράδοξο γεγονός, το οποίο συνέβη κατά την βάπτιση του ιερέως Ζαφειρίου, όπως ο ίδιος το διηγήθηκε στον γράφοντα προ πολλών ετών και σε βαθύτατο γήρας. Όταν λοιπόν ετελέσθη το μυστήριο της βαπτίσεως στην Εκκλησία του χωριού και κατά την μέχρι προ ολίγων ετών επικρατούσα παράδοση και στα χωριά του Ν. Ροδόπης, όταν τα μικρά παιδιά προσέτρεξαν να ανακοινώσουν το όνομα του νεοφώτιστου τέκνου στο πατρικό σπίτι του, ο τότε Μπίν- Μπασής (Ταγματάρχης), ο οποίος είχε προσκληθεί από τον παππού του Ζαφειρίου, τον Χρήστο, στο εορταστικό τραπέζι της οικογενείας, εζήτησε από τον ανθυπασπιστή του το όπλο του από το άλογό του και στο άκουσμα του ονόματος του βαπτισθέντος νηπίου, επυροβόλησε στον αέρα τρεις φορές αναβοώντας με δυνατή φωνή την εξής όντως συγκλονιστική και προφητική φράση: «Μπου τσοτζούκ, παπάζ ολατζάκ», τουτέστιν «αυτό το παιδί θα γίνει παπάς», όπερ και εγένετο.
Ο Πατήρ Ζαφείριος μεγάλωσε στο χωριό του και επρόλαβε να τελειώσει μόνο τις τρείς τάξεις του εκεί λειτουργούντος ελληνικού σχολείου, επειδή κατά τον Οκτώβριο του 1922, μετά την Μικρασιατική καταστροφή και την των Μεγάλων Δυνάμεων άδικη απόφαση για εκκένωση και παραχώρηση της Ανατολικής Θράκης στους Τούρκους, αναγκάσθηκε μαζί με την οικογένειά του να εγκαταλείψει οριστικώς την πατρώα γη των προγόνων του και να πάρει τον πολύπικρο δρόμο της προσφυγιάς, ο οποίος τους οδήγησε στην ελληνική Δυτική Θράκη.
Όταν η οικογένεια του Πατρός Ζαφειρίου πέρασε τον ποταμό Έβρο, εγκατεστάθη με τα λιγοστά υπάρχοντά της στο κεφαλοχώρι των Φερρών του Ν. Έβρου. Τότε όμως συνέβη το πρώτο τραγικό γεγονός στη ζωή του εφήβου Ζαφειρίου και της οικογένειας διότι έχασε τον πατέρα του Δημήτριο. Το γεγονός συνέβη ως εξής: Κατά το πρώτο χρονικό διάστημα, μετά την εκκένωση της Ανατολικής Θράκης, αρκετοί πρόσφυγες Έλληνες, οι οποίοι είχαν εγκατασταθεί σε χωριά της Δυτικής Θράκης πλησίον του ποταμού Έβρου, κοντά στα σύνορα, πηγαινοέρχονταν στα πατρογονικά χωριά τους, που ευρίσκοντο σε μικρή απόσταση από τα σύνορα, όπως ήταν και το χωριό του πατρός Ζαφειρίου, προκειμένου να μεταφέρουν σιτάρι ή και άλλα υπάρχοντα του παλαιού νοικοκυριού τους από τα σπίτια τους, οπότε και ο παππούς του Χρήστος έστειλε τον πατέρα του μικρού Ζαφειρίου, τον Δημήτριο, να μεταφέρει κάποια ποσότητα σιτηρών και τα ζωντανά τους στις Φέρρες επειδή κατά την αναχώρησή τους τα είχαν κρατήσει οι Τούρκοι στρατιώτες.
Ο Δημήτριος Καραγκιοζάκης υπήκουσε στο πρόσταγμα του πατρός του και συνοδευόμενος από τον αδερφό του πατέρα του και θείο του, τον Πασχάλη, από έναν εργάτη και υπό την προστασία τριών Γάλλων στρατιωτικών με τους οποίους ο παππούς του Ζαφειρίου είχε συνεννοηθεί λόγω των καλών σχέσεων που είχε με κάποιους Γάλλους αξιωματικούς, πέρασε τον ποταμό Έβρο μαζί με τα άλλα πέντε άτομα και κατευθύνθηκαν όλοι στο χωριό Χρυσόλιθος όπου συνελήφθησαν από τους Τούρκους στρατιώτες, οι οποίοι όχι μόνον δεν τους επέτρεψαν να μεταφέρουν τα ζωντανά τους στην ελεύθερη ελληνική Δυτική Θράκη, αλλά και τους δολοφόνησαν. Έτσι άδικα έχασε την ζωή του ο Δημήτριος Καραγκιοζάκης και ο μικρός Ζαφείριος, όπως και τα άλλα δύο αδέρφια του, έμεινε ορφανός πατρός σε ηλικία 11 ετών, η δε χήρα μητέρα του, η οποία ήταν μόλις 28 ετών, απαρηγόρητη και σε απόγνωση έπρεπε να θρέψει και να ζήσει τρία ορφανά παιδιά σ’ έναν ξένο τόπο και χωρίς την παρουσία και την παρηγοριά του συζύγου της.
Η οικογένεια του μικρού Ζαφειρίου έμεινε στο κεφαλοχώρι των Φερρών για ένα έτος και το επόμενο έτος(1924) εγκατεστάθη μαζί με όλους τους άλλους τους άλλους κατοίκους του Χρυσόλιθου στο χωριό Παραδημή του Ν. Ροδόπης, το οποίο τότε ήταν ένα εγκαταλελειμμένο τσιφλίκι από τον μέχρι πρότινος διαβιούντα εκεί οθωμανό τσιφλικά. Στο σχολείο της Παραδημής, τελείωσε και τις τρείς άλλες τάξεις του Δημοτικού. Όπως μάλιστα διηγήθηκε στον γράφοντα ο ίδιος ο πατήρ Ζαφείριος, επειδή στο Δημοτικό σχολείο της Παραδημής υπήρχε κατ’ εκείνα τα έτη μόνο ένας διδάσκαλος και οι μαθητές του σχολείου ήταν πολυάριθμοι, ο διδάσκαλος είχε ορίσει να διδάσκει ο εφυής Ζαφείριος γραφή και ανάγνωση στους μαθητές των μικρότερων τάξεων, σύμφωνα το τότε επικρατούν σύστημα της αλληλοδιδακτικής μεθόδου, επειδή ο ίδιος δεν προλάβαινε να διδάξει τα βασικά και στοιχειώδη στους μαθητές όλων των τάξεων του σχολείου. Παράλληλα όμως με το σχολείο, ο εργατικός και αποφασιστικός Ζαφείριος, παρά την μικρά ηλικία του, βοηθούσε την μητέρα του και τον μεγαλύτερο αδερφό του στις σκληρές και επίπονες αγροτικές και κτηνοτροφικές εργασίες της οικογένειας για την εξασφάλιση του επιουσίου άρτου.
Κατά το έτος 1925, όταν ο Ζαφείριος ήταν 13 ετών, εδόθη η πρώτη ευκαιρία να συνεχίσει τις σπουδές του, αφού με εντολή του εθνάρχου Ελευθερίου Βενιζέλου αποφασίστηκε να αποστέλλονται οι άριστοι μαθητές των προσφυγικών οικογενειών στο εξωτερικό για να μορφωθούν και να επιλέξουν την επιστήμη της αρεσκείας τους. Τότε επισκέφτηκε το Δημοτικό Σχολείο της Παραδημής μία Επιτροπή, αποτελούμενη από τον τότε Μητροπολίτη Μαρωνείας και Θάσου Άνθιμο(1922-1938), τον Γενικό Διοικητή Θράκης και τον Επιθεωρητή πρωτοβάθμιας εκπαιδεύσεως, οι οποίοι εζήτησαν από τον διδάσκαλο του χωριού να τους προτείνει έναν αριστούχο μαθητή προκειμένου να σπουδάσει με υποτροφία στο εξωτερικό. Ο διδάσκαλος πρότεινε τον νεαρό Ζαφείριο και η επιτροπή εδέχθη την πρότασή του, αλλά δυστυχώς επειδή ο Ζαφείριος ήταν μικρός σε ηλικία και οι συγγενείς της μητρός του ήταν αντίθετοι στην προοπτική της φυγής του στο εξωτερικό για σπουδές, η χήρα μητέρα του φοβούμενη μήπως στερηθεί το παιδί της, όπως τον αδικοχαμένο σύζυγό της, δεν του επέτρεψε να φύγει μακριά της και έτσι απωλέσθη άδικα η πρώτη του ευκαιρία για μία καλύτερη ζωή. Τα έτη παρήρχοντο και ο Ζαφείριος συνέχισε να ζει στην Παραδημή και να εργάζεται ως αγρότης και κτηνοτρόφος στην περιουσία της οικογένειάς του.
Το έτος 1933 ο Ζαφείριος Καραγκιοζάκης κατετάγη ως στρατιώτης στον 1ο Λόχο Πεζικού στην Κομοτηνή και με πρόταση του Διοικητού του, Λοχαγού Ιωάννου Χιωτάκη, έλαβε τον βαθμό του Αρχιλοχία και από την θέση αυτή είχε ως εκπαιδευτής υπό τις διαταγές του 335 Ουλαμίτες από τους δύο όμορους Νομούς Ροδόπης και Ξάνθης. Το 1934 με πρόταση του Διοικητικού του Ιωάννη Χιωτάκη, ο Ζαφείριος, μετέβη στην Αθήνα προκειμένου να δώσει εξετάσεις στο ΚΕΒΟΠ μαζί με άλλους 65 υποψηφίους από τους οποίους επέτυχαν μόνο οι 7, μεταξύ αυτών και ο Αρχιλοχίας Ζαφείριος. Ο ίδιος είχε εξετασθεί προφορικά και το βράδυ της ίδιας ημέρας όταν έγραφε την ημερήσια διαταγή, του ανεκοινώθη η επιτυχία του στις εξετάσεις καθώς και η δυνατότητα να μεταβεί στην Αμερική και να σπουδάσει με υποτροφία για 4 έτη στρατιωτικές και για 2 έτη πολιτικές Επιστήμες. Τα αδέλφια όμως της μητρός του έπεισαν και πάλι την ίδια να μην του επιτρέψει να φύγει στο εξωτερικό, αλλά και ο ίδιος καίτοι επιθυμούσε διακαώς να αξιοποιήσει την ευκαιρία αυτή που του εδίδετο, εντούτοις βαθιά μέσα στην καρδιά του και από σεβασμό προς την χήρα μητέρα του, η οποία δεν είχε ξαναπαντρευτεί και είχε αφοσιωθεί στην ανατροφή των παιδιών της, δεν ήθελε να την εγκαταλείψει. Έτσι παρήλθε και η δεύτερη ευκαιρία για μιά καλύτερη ζωή. Φαίνεται ότι ο «προφητικός» λόγος του οθωμανού Μπιν- Μπασή, κατά την βάπτισή του, ότι «αυτό το παιδί θα γίνει παπάς», έβαινε σταθερά προς την πραγματοποίησή του.
Ο Ζαφείριος Καραγκιοζάκης επεράτωσε την στρατιωτική του θητεία το έτος 1934 και στη συνέχεια ενυμφεύθη την Παναγιώτα Μποντότση από τις Φέρρες του Ν. Έβρου με την οποία απέκτησε έξι αγόρια, ήτοι τους Ευθύμιο, Ευάγγελο, Δημήτριο, Χρήστο και τους δίδυμους Βάϊο και Πασχάλη. Ο ίδιος συνέχισε να εργάζεται σκληρά στην Παραδημή ως αγρότης και κτηνοτρόφος για να ζήσει την πολυμελή οικογένειά του.
Το έτος 1938 ο πρώτος ο οποίος έκαμε λόγο στον νεόνυμφο Ζαφείριο Καραγκιοζάκη να δεχθεί το μυστήριο της ιερωσύνης, ήταν ο τότε γηραιός εφημέριος του χωριού Μεγάλου Κρανοβουνίου αοίδιμος Ιερεύς Αλέξανδρος. Ήδη στις 21 Μαΐου του 1938 είχε αποβιώσει ο πρώτο ιερεύς της ενορίας των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Παραδημής, ο οποίος είχε τοποθετηθεί στην συγκεκριμένη ενορία υπό του Μητροπολίτου Μαρωνείας Άνθιμου Δ΄(1922- 1938) όντας χειροτονημένος ιερεύς και εφημέριος της ενορίας του χωριού Χρυσόλιθος της Ανατολικής Θράκης, πριν ακόμη επισυμβεί η αναγκαστική ανταλλαγή των πληθυσμών (1922-1923).
Στη συνέχεια ο μακαριστός ιερεύς Αλέξανδρος επρότεινε τον Ζαφείριο Καραγκιοζάκη ως υποψήφιο ιερέα στον τότε Μητροπολίτη Μαρωνείας και Θάσου Άνθιμο Δ΄(1922-1938), τον από Βιζύης και Μηδείας. Εκείνος έκαμε δεκτή την σχετική πρόταση του π. Αλεξάνδρου και έτσι ο υποψήφιος προς χειροτονία Ζαφείριος ενεγράφη στην λειτουργούσα κατά την περίοδο εκείνη Προπαρασκευαστική Ιερατική Σχολή της Κομοτηνής, την οποία είχε ιδρύσει ο Μαρωνείας Άνθιμος, και επί ένα έτος παρηκολούθησε τα βασικά θεολογικά και λειτουργικά μαθήματα για την κατάλληλη κατάρτιση και προετοιμασία του προς χειροτονία.
Στις αρχές του έτους 1939 ο Ζαφείριος επεράτωσε την φοίτησή του στην Προπαρασκευαστική Ιερατική Σχολή της Κομοτηνής και ήταν έτοιμος προς χειροτονία, επειδή όμως είχε αποβιώσει αιφνιδίως ο Μητροπολίτης Μαρωνείας Άνθιμος (†1938), η χειροτονία του καθυστέρησε και τελικώς ο νεοεκλεγείς και αυστηρός Μητροπολίτης Μαρωνείας και Θάσου Σπυρίδων Αλιβιζάτος(1938-1940) εχειροτόνησε «εις Διάκονον» τον Ζαφείριο Καραγκιοζάκη κατά μήνα Σεπτέμβριο του 1939, στον Ιερό Ναό Προφήτου Ηλίου Πανδρόσου και μετά από ένα μήνα, στις 15 Οκτωβρίου του 1939, τον εχειροτόνησε «εις Πρεσβύτερον» στον Ιερό Ναό του Αγίου Δημητρίου της ενορίας των Υφαντών.
Εν προκειμένω, άξιο μνείας είναι το γεγονός ότι ο π. Ζαφείριος ως υποψήφιος ακόμη προς χειροτονία έλαβε το προαπαιτούμενο σχετικό έγγραφο της λεγόμενης «συμμαρτυρίας», δηλαδή το επίσημο τρόπον τινά έγγραφο με το οποίο πιστοποιείται η με πνευματικά και κανονικά κριτήρια καταλληλότητα του υποψηφίου προς χειροτονία από κάποιο γηραιό και σεβάσμιο πνευματικό γέροντα, ο οποίος στην συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξε ο Εφημέριος της Κοινότητος Ξυλαγανής αοίδιμος Ιερεύς π. Παύλος Χριστίδης, τον οποίο ο μακαριστός π. Ζαφείριος μέχρι το τέλος της ζωής του εμνημόνευσε με συγκίνηση. Προηγουμένως μάλιστα κατά το επικρατούν έθος, διεξήχθησαν εκλογές από τους κατοίκους- ενορίτες της Παραδημής, επειδή ήταν δύο οι υποψήφιοι προς χειροτονία και διορισμό στην χηρεύουσα αυτή ενορία, οπότε ο π. Ζαφείριος συγκέντρωσε στο πρόσωπό του το 65% των ψήφων των ενοριτών και έτσι άνοιξε ο δρόμος για την χειροτονία του και την άμεση τοποθέτησή του στην ενορία των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Παραδημής. Όταν ο νεοχειροτονηθείς π. Ζαφείριος ανέλαβε τα ποιμαντικά- ιερατικά του καθήκοντα στην ενορία της Παραδημής, το χωριό δεν διέθετε Εκκλησία. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος μετά την αναγκαστική ανταλλαγή των πληθυσμών και την εκκένωση της Ανατολικής Θράκης είχε παραχωρήσει βέβαια οικόπεδα στους πρόσφυγες για να ανεγείρουν τα σπίτια τους, αλλά επειδή τόσο οι οικονομικές δυνατότητες της Ιεράς Μητροπόλεως Μαρωνείας όσο και της ενορίας της Παραδημής ήταν ισχνές, δεν είχε ανεγερθεί ακόμη ευπρεπής ναός στο χωριό.
Όταν οι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στην Παραδημή, κατοικούσαν αρχικώς σε σκηνές και η θεία λειτουργία ετελείτο από τον τότε Ιερέα π. Ευάγγελο(† 1938) σε σκηνή. Στη συνέχεια και μέχρι την περίοδο κατά την οποία διορίστηκε ο π. Ζαφείριος ως εφημέριος της Παραδημής, ως Εκκλησία εχρησιμοποιείτο μία παλαιά πλινθόκτιστη αποθήκη η οποία είχε ανεγερθεί από τον μέχρι το 1922 οθωμανό τσιφλικά του χωριού Παραδημή(τουρκιστί Μουρχάν), ο οποίος ονομάζετο Γιουσουίν Εφέντης και προ της εγκαταστάσεως των προσφύγων στο χωριό, ήταν ο μόνος ιδιοκτήτης των εκτάσεων γης της περιοχής που ανήκε στο τσιφλίκι του.
Ο π. Ζαφείριος, κατόπιν της σχετικής αδείας της Ιεράς Μητροπόλεως Μαρωνείας, σε συνεργασία με τους κατοίκους της Παραδημής άρχισε την ανοικοδόμηση της πρώτης Εκκλησίας του χωριού κατά το έτος 1950. Ο ναός εθεμελιώθη υπό του αοιδίμου Μητροπολίτου Μαρωνείας και Θάσου Βασιλείου(1941- 1952) και ανεκαινιάσθη υπό του αοιδίμου Μητροπολίτου Μαρωνείας Τιμοθέου Ματθαιάκη(1954- 1974) κατά το έτος 1954, ήτοι ολίγους μήνες μετά από την εκλογή και εγκατάστασή του στην ακριτική Μητρόπολη Μαρωνείας. Η Εκκλησία αφιερώθηκε στους Αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη επειδή και στο χωριό Χρυσόλιθος της Ανατολικής Θράκης απ’ όπου προήλθαν οι πλείστοι των προσφύγων κατοίκων της Παραδημής, η Εκκλησία ήταν αφιερωμένη στους προειρημένους Αγίους των οποίων την εφέστια ιερά εικόνα μετέφεραν μαζί τους και μετά πάσης ευλαβείας και προσοχής οι εκτοπισθέντες πρόσφυγες όταν πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς. Στη νέα Εκκλησία για την ανοικοδόμηση της οποίας ηργάσθη με «προσωπική εργασία» και ο τότε έφηβος πατέρας του γράφοντος, Ελευθέριος Ιω. Σιδηράς, αποθησαυρίστηκαν τα ιερά κειμήλια της Εκκλησίας των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Χρυσολίθου, ήτοι εικόνες(φορητές και μεγάλες), Ευαγγέλια, δισκοπότηρα, εξαπτέρυγα, άμφια, επιτάφιος, λειτουργικά βιβλία, κολυμβήθρα, κουβούκλιο του επιταφίου, ο δεσποτικός θρόνος και φυσικά η ιστορική καμπάνα από την πατρογονική γή, που όμως αντεκατεστάθη αργότερα λόγω της φθοράς της.
Κατά την περίοδο της βουλγαρικής κατοχής(1941- 1944) ο π. Ζαφείριος εκλήθη υπό του τότε σχισματικού Βουλγαροεξαρχικού Μητροπολίτου Φιλιππουπόλεως Κυρίλλου, ο οποίος είχε εγκατασταθεί ως Έξαρχος στη Δυτική Θράκη, μετέπειτα δε εξελέγη Πατριάρχης Σόφιας και Πάσης Βουλγαρίας, και έγινε δέκτης της δόλιας προτάσεώς του να λάβει της βουλγαρική υπηκοότητα και να λειτουργεί ως Βούλγαρος ιερεύς στην βουλγαρική γλώσσα μισθοδοτούμενος κατά την περίοδο εκείνη της δεινής πείνας με το τεράστιο χρηματικό ποσό των 11.000 λέβα.
Ο αοίδιμος π. Ζαφείριος ηρνήθη να προδώσει την πατρίδα και την Ορθόδοξη Εκκλησία του υπομείνας τις συνέπειες της αδούλωτης συνειδήσεως και αντιστάσεώς του. Οι Βούλγαροι κατακτητές με την βία των όπλων τού απηγόρευσαν πάραυτα να λειτουργεί στην Εκκλησία της Παραδημής και εγκατέστησαν επί τέσσερα έτη(1941- 1944) στην εν λόγω ενορία ένα σχισματικό βουλγαροεξαρχικό ιερέα, τον π. Πέτρο. Στη συνέχεια, κατά την προσφιλή τακτική τους, έκλεβαν βιαίως τα σιτηρά του π. Ζαφειρίου, όπως και όλων των άλλων Ελλήνων Χριστιανών Ορθοδόξων της περιοχής, οπότε ο ιερεύς με τα έξι παιδιά, την πρεσβυτέρα και την μητέρα του, αναγκάζοταν, όπως ο ίδιος διηγήθηκε προ πολλών ετών στον γράφοντα, να θερίζουν ακόμη και νύχτα, προκειμένου να εξασφαλίσουν έστω και ελάχιστο σιτάρι για το ψωμί της χρονιάς.
Οι Βούλγαροι κατακτητές εξόρισαν τον π. Ζαφείριο δύο φορές και για λίγες ημέρες στην Βουλγαρία, κατόπιν των κατευθυνόμενων συκοφαντιών τις οποίες είχαν εκστομίσει εναντίον του οι διάφοροι βουλγαρογραμμένοι καλοθελητές της περιοχής. Τελικώς ο π. Ζαφείριος επανήλθε στην οικογένειά του, ύστερα από τις ενέργειες του Αρχιερατικού Επιτρόπου της Μητροπόλεως Μαρωνείας και ανεψιού του σχισματικού βουλγαροεξαρχικού Μητροπολίτου Κυρίλλου, Πρωτοπρεσβυτέρου Μαξίμου.
Μετά την βουλγαρική κατοχή ο π. Ζαφείριος ανέλαβε κανονικώς τα ιερατικά καθήκοντά του στην ενορία της Παραδημής και στα επόμενα έτη για μικρά χρονικά διαστήματα διηκόνησε και στις ενορίες της Κρωβύλης και της Διώνης. Εχειροθετήθη δε Οικονόμος υπό του αοιδίμου Μητροπολίτου Μαρωνείας Βασιλείου (1941-1952) και Πρωτοπρεσβύτερος υπό του αοιδίμου Μητροπολίτου Μαρωνείας Δαμασκηνού(1974-2012).
Ως ιερεύς επεσκέφθη τρείς φορές την Αμερική όπου ζει μέχρι και σήμερα ο υιός του Βάϊος(φαρμακοποιός), δύο φορές την Ιταλία όπου ζούσε ο υιός του Πασχάλης(φαρμακοποιός) και επί τέσσερα έτη πηγαινοερχόταν στην Βιέννη λόγω της ανιάτου ασθενείας του εγγάμου υιού του Χρήστου, ο οποίος εκοιμήθη το έτος 1981.
Η σεμνή και αξιοπρεπής Πρεσβυτέρα του Παναγιώτα εκοιμήθη το έτος 1991 και το αυτό έτος εσυνταξιοδοτήθη και ο ίδιος, αλλά συνέχισε να λειτουργεί στην Εκκλησία των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Παραδημής μέχρι το έτος 1994. Υποστάς εγκεφαλικό επεισόδιο απεσύρθη και εφησύχαζε στην εν Παραδημή οικία του πλησίον της οικογενείας του υιού του Πασχάλη. Προ της κοιμήσεώς του ανέθεσε στον γράφοντα την διανομή των ιερατικών αμφίων του σε διαφόρους κληρικούς της Μητροπόλεως Μαρωνείας, όπερ και εγένετο. Εκοιμήθη το έτος 2004 και ετάφη στο Κοιμητήριο της Παραδημής. Επί δε του τάφου του, σε γενομένη σχετική συζήτηση προ της κοιμήσεώς του μετά του γράφοντος τις ταπεινές αυτές αράδες μνημοσύνης, αγάπης και τιμής, εζήτησε και εχαράχθη η φράση από το Σύμβολο της Πίστεως: «Προσδοκώ Ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος». Είη η μνήμη αυτού αιωνία και άληστος.

ΧΡΥΣΟΥΝ ΙΩΒΗΛΑΙΟΝ
Πρωτοπρεσβυτέρου π. Σταύρου Παν. Σπορίκη
Επί 38 έτη Γενικού Αρχιερατικού Επιτρόπου της Μητροπόλεως Μαρωνείας
• Ο μακροβιότερος εν ενεργεία κληρικός της Μητροπόλεως Μαρωνείας και Κομοτηνής και πνευματικό ανάστημα του αοιδίμου Μητροπολίτου Μαρωνείας Τιμοθέου

• Χρυσούν Ιωβηλαίον 57 ετών Ιερωσύνης, ακραιφνούς και γνησίου εκκλησιαστικού φρονήματος και ανιδιοτελούς προσφοράς υπέρ του λαού του Θεού
Γνωρίζω βέβαια πολύ καλά ότι με τα γραφόμενά μου προσκρούω στην εγνωσμένη ταπεινοφροσύνη και μετριοφροσύνη του τιμωμένου κληρικού και πνευματικού Γέροντός μου, αλλά ένεκα τιμής, αγάπης και αναγνωρίσεως της πολυκάρπου και καλλικάρπου πεντηκονταεπταετούς ιερατικής του διακονίας στην Ιερά Μητρόπολη Μαρωνείας, επιβάλλεται ως χρέος και καθήκον ιερό να καταγραφούν από τον κατά πνεύμα υιό προς τον φιλόστοργο πατέρα τα όσα θεάρεστα συνετελέσθησαν επί έξι σχεδόν δεκαετίες χάριτι και κατ’ ευδοκίαν Θεού.
Ευδόκησε λοιπόν ο Τρισάγιος Θεός να αναδειχθεί στην ιστορική Μητρόπολη Μαρωνείας και Κομοτηνής, ήδη από 57 ετών, ένας άξιος και υποδειγματικός κληρικός της Ορθοδόξου κατ’ Ανατολάς Εκκλησίας του Χριστού, ο Αιδεσιμολογιώτατος Πρωτοπρεσβύτερος π. Σταύρος Παν. Σπορίκης, προϊστάμενος μέχρι και σήμερα του παλαιφάτου και ιστορικού ναού του Αγίου Γεωργίου Κομοτηνής, ο γνωστός και αγαπητός σε όλους τους εγγύς και τους μακράν «Πατήρ Σταύρος». Επειδή δε στον τόπο μας οι άξιοι άνθρωποι της προσφοράς και του ήθους σπανιότατα και σχεδόν ποτέ δεν τιμώνται ούτε εν ζωή ούτε έστω και μετά θάνατον, αν και η δεύτερη υποκριτική επιλογή δεν εκφράζει ουδόλως τον γράφοντα, εκρίθη ορθόν έστω και με την επετειακή-αφιερωματική ταπεινή αυτή γραφή να τιμηθεί εξ αυθορμήτου υιϊκής αγάπης, ευγνωμοσύνης και άκρας αφοσιώσεως προς το σεπτό πρόσωπό του, ο πνευματικός μας Γέροντας, πατέρας Σταύρος Σπορίκης, ο οποίος τόσους και τόσους, κληρικούς και λαϊκούς, ευεργέτησε κατά τα 55 έτη της ιερατικής του διακονίας μέσα στη φιλόστοργη Μητέρα μας Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά και στην περίπτωση αυτή, δυστυχώς, επαληθεύεται το των αρχαίων προγόνων μας ρητό: «Ουδείς ασφαλέστερος εχθρός του ευεργετηθέντος». Επ’ αυτού ουδέν έτερον. Κύριος καθορά και κρίνει και ένδικον μισθαποδοσίαν δίδει…
Ευδόκησε λοιπόν ο Θεός και την 16η Μαρτίου του 1936 στο ιστορικό και γραφικό χωρίο του Ιάσμου ν. Ροδόπης εγεννήθη ο π. Σταύρος Σπορίκης, υιός του Παναγιώτου και της Στεργιανής, το γένος Αλεξιάδου. Είναι ο βενιαμίν της οικογένειας του Παναγιώτου και της Στεργιανής, και αδερφός του αειμνήστου Πρωτοπρεσβυτέρου π. Θεοδώρου Σπορίκη, της αειμνήστου Διαμαντούλας Σπορίκη-Καφαντάρη και του Ιωάννου Σπορίκη. Εκ των αδερφών του ο μόνος που βρίσκεται εν ζωή είναι ο Ιωάννης, κάτοικος Ιάσμου.
Οι παππούδες του π. Σταύρου είχαν το όνομα «Κωνσταντίνος» και κανονικά θα έπρεπε να λάβει κατά τη βάπτισή του το όνομα «Κωνσταντίνος», όπως ακόμη και σήμερα, κατά παράδοση, συνηθίζεται στο γενεαλογικό δέντρο εκάστης οικογένειας. Οι γονείς του όμως άνθρωποι ευλαβείς και πιστοί, επειδή το παιδί τους εγεννήθη την ημέρα της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως και μέσα στην κατανυκτική περίοδο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, επροτίμησαν το όνομα «Σταύρος», το οποίο έλαβε κατά τη βάπτισή του στον ιστορικό μεταβυζαντινό ναό του Αγίου Νικολάου Ιάσμου, που δυστυχώς σήμερα δεν σώζεται, προς τιμήν της εορτής της Σταυροπροσκυνήσεως. Φαίνεται λοιπόν και εκ του γεγονότος της γεννήσεως του π. Σταύρου, κατά την συγκεκριμένη ημέρα (Κυριακή) και εορτή της Σταυροπροσκυνήσεως, ότι ο άνθρωπος αυτός ήδη «εκ κοιλίας μητρός» είχε σφραγισθεί «τη ακτίστω χάριτι και ενεργεία» του Τρισαγίου Θεού να ενδυθεί τον «αχειροποίητο χιτώνα» της Αγίας Ιεροσύνης και να αναδειχθεί άξιος λειτουργός του Υψίστου και «υπουργός των φρικτών και ζωοποιών μυστηρίων» της Αγίας Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Τα εκκλησιαστικά ακούσματα των παιδικών του χρόνων
Υιός πτωχής αλλά ευσεβούς και φιλοθέου οικογενείας, νηπιόθεν ανετράφη και εγαλουχήθη με τα νάματα της Ορθοδόξου κατ’ Ανατολάς Εκκλησίας του Χριστού, γεγονός που σφράγισε καταλυτικά την όλη προσωπικότητά του και τούτο εφάνη αργότερα, όταν απεφάσισε να ενταχθεί στον Ιερό κλήρο της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Σημειωτέον ότι ο πατέρας του, Παναγιώτης, υπήρξε επί σειρά ετών νεωκόρος του ιερού ναού Αγίου Νικολάου Ιάσμου, όπου από πολύ μικρή ηλικία ο μικρός Σταύρος εκκλησιαζόταν και ελάμβανε τα πρώτα ακούσματα της λατρευτής του πατρώας εκκλησιαστικής βυζαντινής μουσικής, καθώς παρακολουθούσε τη λειτουργική ιερουργία από τους κατά παράδοση ευλαβείς ιερείς του Ιάσμου, που τότε ήταν ο π. Βασίλειος Παρασχάκης και ο π. Κωνσταντίνος Λαφτσής, ενώ αργότερα εφημέριος του Ιάσμου υπήρξε ο π. Ιωάννης Παπατζής. Ακόμη δε ενθυμείται και μας αφηγείται λέγων ότι εκείνα τα ακούσματα των παιδικών του χρόνων από τους ιεροψάλτες και τους ιερείς του ιερού ναού Αγίου Νικολάου Ιάσμου παραμένουν ζωντανά και πολλές φορές, όταν ψάλλει, τα επαναλαμβάνει κατά την τέλεση της Θείας Λειτουργίας και πάσης άλλης ιεροπραξίας. Παρομοίως και σε θέματα «τυπικού», κατά την τέλεση της Θείας Λειτουργίας, παντός ιερού μυστηρίου και πάσης ιεράς ακολουθίας και ιεροπραξίας, φαίνεται ότι οι εμπειρίες των παιδικών του χρόνων, καθώς παρακολουθούσε σε αντίστοιχες περιπτώσεις τους ιερείς του Αγίου Νικολάου Ιάσμου, τον συνοδεύουν ως ιεροτελεστικές εικόνες μέχρι και σήμερα, όταν με «αρχοντιά» μοναδική και απαράμιλλη τελεσιουργεί τα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ολίγοι κληρικοί γνωρίζουν άριστα το «τυπικό» και την λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας όπως ο πατήρ Σταύρος Σπορίκης, που μέχρι και σε αυτήν την ηλικία, ύστερα από 55 έτη ιεροσύνης, μελετά με προσοχή το «Τυπικό της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας» και κάθε άλλο λειτουργικό βιβλίο, για να είναι άριστος γνώστης όσων πρέπει και όπως πρέπει να τελεσιουργούνται εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία, εφαρμόζοντας την προτροπή του Αποστόλου των εθνών Παύλου: «Πάντα ευσχημόνως και κατά την τάξιν γενέσθω».
Ευφυής, άριστος και επιμελής μαθητής
Ο τότε μικρός Σταύρος ενεγράφη στο Δημοτικό Σχολείο της γενέτειράς του ως πρωτοετής, κατά το σχολικό έτος 1944-1945, επειδή είχε μεσολαβήσει η βουλγαρική κατοχή (1941-1944) στη Δυτική Θράκη και είχε παύσει η λειτουργία του Δημοτικού Σχολείου Ιάσμου. Υπήρξε ευφυής, άριστος και επιμελής μαθητής, με έμφυτη διάθεση και ζήλο να μάθει γράμματα, αλλά και πάλι ατύχησε και σταμάτησε αναγκαστικώς την φοίτησή του στο σχολείο, το οποίο ανέστειλε την λειτουργία του λόγω του εμφυλίου πολέμου. Συνέχισε και ολοκλήρωσε το Δημοτικό Σχολείο Ιάσμου μετά τον εμφύλιο πόλεμο και έλαβε το απολυτήριό του κατά το σχολικό έτος 1949-1950 με «άριστα» (10). Καθ’ όλα αυτά τα έτη της νεότητός του, ο τότε νεαρός Σταύρος, ήταν τακτικότατος στον εκκλησιασμό του και δεν έλειπε από καμία Θεία Λειτουργία, διακονώντας τον ιερέα της ενορίας ως ιερόπαις. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό του ενθέου ζήλου και της νεανικής ευλάβειά του, το γεγονός ότι κατά την περίοδο που εργαζόταν στα οικογενειακά κτήματα μαζί με τους γονείς και τ’ αδέρφια του, πρώτα πήγαινε στη Θεία Λειτουργία και μετά το πέρας αυτής έφευγε για την οικογενειακή του εργασία.
Κατά το σχολικό έτος 1950-1951 και ενώ επιθυμούσε διακαώς να συνεχίσει τις γυμνασιακές σπουδές του, δεν μπόρεσε να επιτύχει το όνειρό του αυτό λόγω ελλείψεως οικονομικής ευχέρειας, επειδή έπρεπε είτε να μένει στην Κομοτηνή είτε να πηγαινοέρχεται αυθημερόν, πράγμα πολύ δύσκολο, γιατί η οικογένειά του δεν διέθετε ούτε τα χρήματα για τα εισιτήριά του. Έτσι παρέμεινε στον Ίασμο και ασχολήθηκε με τη γεωργία και με τη βοσκή των ολίγων αιγοπροβάτων που είχε η οικογένειά του. Κατά τη διάρκεια μάλιστα της βοσκής των αιγοπροβάτων, έπαιρνε καθημερινώς μαζί του τα βιβλία του, τα οποία μελετούσε με λαχτάρα και προσοχή, επειδή είχε μέσα στην ψυχή του την ελπίδα ότι θα ευδοκούσε ο καλός Θεός να δώσει κάποτε τις καθιερωμένες εξετάσεις για την εισαγωγή του στο Γυμνάσιο. Και ο καλός Θεός όντως άνοιξε την οδό της προόδου και της πνευματικής καλλιέργειας του νεαρού Σταύρου, καθώς «τα αδύνατα τοις ανθρώποις, δυνατά παρά τω Θεώ».
Εξετάσεις για την Ιερατική Σχολή της Ξάνθης
Τότε ακριβώς, έχοντας την κλίση προς τα «Ιερά Γράμματα», ήλθε και η «κλήση» του Θεού, οπότε άνωθεν φωτισθείς έλαβε την οριστική απόφαση να δώσει τις καθιερωμένες εξετάσεις για την εισαγωγή του στην υψηλού επιπέδου, κατά την περίοδο εκείνη, Ιερατική Σχολή της Ξάνθης. Ανακοίνωσε την απόφασή του στον ευλαβή πατέρα του, ο οποίος άνευ ουδενός ενδοιασμού του είπε: «Να πας, παιδί μου, με την ευχή μου. Αλλά το να πας είναι εύκολο. Το πώς θα πας είναι το δύσκολο, επειδή δεν υπάρχει οικονομική ευχέρεια ούτε για τα έξοδα της μεταφοράς σου». Έτσι και με μόνη την ευχή του ευσεβούς πατρός του απεφάσισε να πραγματοποιήσει την επιθυμία του, έστω και χωρίς την προς τούτο αναγκαία οικονομική ενίσχυση.
Απεφάσισε λοιπόν σε ηλικία 17 ετών να δώσει εξετάσεις για την εισαγωγή του στην Ιερατική Σχολή της Ξάνθης. Επεσκέφθη τον τότε Διευθυντή της Σχολής, Αρχιμ. π. Αθανάσιο Παντοκρατορινό, έναν σεβάσμιο και πνευματικό κληρικό με πολλά χαρίσματα, τον οποίο μέχρι και σήμερα μνημονεύει με συγκίνηση, για να υποβάλει τα απαραίτητα δικαιολογητικά για τη συμμετοχή του στις εισαγωγικές εξετάσεις της Σχολής.
Τότε παρουσιάστηκε το πρώτο κώλυμα που είχε σχέση με την ηλικία του νεαρού υποψηφίου Σταύρου, επειδή ακριβώς η Σχολή δεχόταν ως μαθητές της τους αποφοίτους του Δημοτικού Σχολείου που φυσιολογικά ήταν δώδεκα ή δεκατριών ετών, ενώ ως έσχατο όριο ετίθετο η ηλικία των 15 ετών. Ο σεβάσμιος όμως εκείνος κληρικός και Διευθυντής της Σχολής, αφού διέγνωσε τον ένθεο ζήλο και τον διακαή πόθο του νεαρού Σταύρου Σπορίκη, απεφάσισε με προσωπική του ευθύνη και εδέχθη τα δικαιολογητικά του, οπότε ήταν πλέον θέμα προσωπικής του μελέτης η επιτυχία στις εισαγωγικές εξετάσεις της Σχολής.
Το πλέον οξύ και δυσθεώρητο ζήτημα που προέκυψε κατά την περίοδο εκείνη ήταν η δυσχερής οικονομική κατάσταση της οικογένειας, γεγονός που αποτελούσε τροχοπέδη στα όνειρα του νεαρού Σταύρου για σπουδές. Παρά ταύτα, εκείνος κινούμενος από θεία φώτιση, έλαβε την ευχή των γονέων του και ξεκίνησε από τον Ίασμο πεζοπορώντας να φθάσει στην Ξάνθη, χωρίς να έχει υπολογίσει πού θα ανεύρει τροφή και πού θα διανυκτερεύσει για όσο χρονικό διάστημα διαρκούσαν οι εξετάσεις. Έπρεπε να δώσει εξετάσεις και μάλιστα να τις περάσει με καλούς βαθμούς, για να είναι μεταξύ των επιτυχόντων, επειδή η Σχολή διασφάλιζε στους επιτυχόντες δωρεάν φοίτηση και σίτιση, ενώ εάν κάποιος ήταν επιλαχών δεν ήταν δυνατόν να φοιτήσει.
Ενώ λοιπόν ευρίσκετο πεζοπορών μεταξύ Κομοτηνής και Αμαξάδων, ο Κύριος, γνωρίζοντας το «πνευματικό ταμείον» της ψυχής του νεαρού Σταύρου, υπέδειξε τον ευεργέτη του, έναν καλό και αγαθό χριστιανό αγωγιάτη, τον αείμνηστο Μιχαήλ Βαρζόπουλο, ηπειρώτη στην καταγωγή, κάτοικο Ξάνθης, ο οποίος με το αλογοκάρο του μετέφερε κιβώτια με σταφύλια. Είδε τον νεαρό Σταύρο να πεζοπορεί στο άκρον της οδού, σταμάτησε και τον ερώτησε πού πηγαίνει. Ο Σταύρος του απάντησε ότι πηγαίνει στην Ξάνθη και στην ερώτησή του: ποιού παιδί ήταν, λαμβάνει την απάντηση: «του Παναγιώτη Σπορίκη από τον Ίασμο». Ο απλός εκείνος άνθρωπος γνώριζε τον πατέρα του και του είπε ν’ ανέβει στο κάρο του.
Στη διάρκεια της διαδρομής και συζητήσεως γενομένης γιατί πηγαίνει με τα πόδια και για ποιο σκοπό στην Ξάνθη, του απάντησε ότι πηγαίνει να δώσει εξετάσεις στην Ιερατική Σχολή της Ξάνθης. Και στο ερώτημα: «πού θα μείνεις;» ο νεαρός Σταύρος απαντά: «όνειρό μου και λαχτάρα μου είναι να δώσω εξετάσεις, αλλά επειδή δεν έχω χρήματα, ξεκίνησα με τα πόδια. Αφού φθάσω στη σχολή, κάποιο μέρος θα βρω να διανυκτερεύσω. Εξάλλου, δυο βράδια είναι μόνο και ο καιρός είναι ακόμη καλός». Τότε ο ευσεβής Βαρζόπουλος του λέγει ότι θα φιλοξενηθεί στο σπίτι του για όσες ημέρες διαρκούν οι εξετάσεις. Το πρώτο θαύμα της παρουσίας του Κυρίου στη ζωή του νεαρού Σταύρου έγινε φανερό. Έτσι και έγινε. Έδωσε με το καλό τις εξετάσεις του και ανέμενε με αγωνία τα αποτελέσματα. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό το περιστατικό που συνέβη κατά την εξέτασή του, όπως μας το διηγήθηκε προ ετών ο ίδιος, λέγοντας: «ο Θεολόγος της Σχολής έθετε την ίδια ερώτηση σε όλους τους υποψηφίους. Τι είναι ο Χριστός; άλλος μεν απαντούσε Θεός και άνθρωπος, άλλος δε «άνθρωπος και Θεός». Ο νεαρός Σταύρος ερωτώμενος απάντησε: «τέλειος θεάνθρωπος». Ο Θεολόγος τόσο ικανοποιήθηκε από την απάντηση που έλαβε, ώστε ανεβόησε ενθουσιωδώς: «Επιτέλους, ευρέθη και ένας που έχει σχέση με την Εκκλησία και μπορεί να γίνει άξιος κληρικός της». Και πάλι ο Κύριος έκαμε το θαύμα του. Ευδόκησε «ο τα πάντα οικονομών και επί πάντων προνοών Θεός», ώστε κατά την έκδοση των αποτελεσμάτων και την ανακοίνωση των επιτυχόντων, ο νεαρός Σταύρος ήταν δεύτερος στη σειρά των επιτυχόντων.
Η ιερή φιλία του με τον τότε ιεροσπουδαστή και μετέπειτα Πρωτοσύγκελλο της Μητροπόλεως Μαρωνείας Αρχιμ. π. Αρίσταρχο Τσαλπαρά
Εφοίτησε στην Ιερατική Σχολή Ξάνθης από το 1951-1959 και είχε αρχικώς Διευθυντή τον Ιερομόναχο, Αρχιμ. π. Αθανάσιο Παντοκρατορινό, ο οποίος υπεραγαπούσε τον νεαρό Σταύρο, και εν συνεχεία καθήκοντα Διευθυντού ανέλαβε ο Θεολόγος Εμμ. Φαρδούλης. Είχε επίσης ως Καθηγητές του, τον φιλόλογο Εμμ. Κατρανιά, τον φιλόλογο εκ Μάνης Χριστοδουλόπουλο, τον Θεολόγο Παγώνη Νικόλαο, τον Μαθηματικό Εμμ. Ψυμάρνη κ.ά. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην Ιερατική σχολή εγνωρίσθη και συνεδέθη με ιερή φιλία, που μέχρι και σήμερα υφίσταται, με τον τότε ιεροσπουδαστή της Σχολής και μετέπειτα Πρωτοσύγκελλο της Μητροπόλεως Μαρωνείας και Κομοτηνής Αρχιμ. π. Αρίσταρχο Τσαλπαρά (1974-2006). Ο π. Σταύρος μάλιστα υπήρξε εκείνος που επρότεινε στον νεοεκλεγέντα τότε Μαρωνείας Δαμασκηνό Α΄ (1974-2012) να καλέσει ως Πρωτοσύγκελλό του τον Αρχιμ. π. Αρίσταρχο Τσαλπαρά, γνωρίζοντας την θεολογική κατάρτιση και το ήθος του ανδρός.
Στη διάρκεια της φοιτήσεώς του διετέλεσε Γενικός Επιμελητής της Σχολής και Τραπεζάρχης επί διετίαν, διότι ως μαθητής ήταν οικότροφος και εσώκλειστος, όπως ακριβώς συνέβαινε στην Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Ήταν ιδιαίτερα επιμελής σπουδαστής με έφεση στα φιλολογικά μαθήματα και λίαν αγαπητός στους καθηγητές και τους συμμαθητές του. Η μεγάλη κλίση του φοιτητόθεν ήταν η πατρώα εκκλησιαστική μουσική, την οποία μέχρι και σήμερα διακονεί με αγάπη, διαθέτοντας και το θεόθεν τάλαντο της καλλιφωνίας, όπως και ο αδελφός του, αείμνηστος Πρωτοπρεσβύτερος π. Θεόδωρος Σπορίκης.
Κατά τους θερινούς μήνες εργαζόταν σε διάφορες χειρονακτικές εργασίες και κυρίως στην τότε ΥΠΕΜ, για να εξασφαλίζει μερικά χρήματα για τις προσωπικές του ανάγκες. Το δε θέρος του έτους 1959, και ενώ ασχολούνταν με το καπνομάζεμα, έλαβε ένα τηλεγράφημα από τον μακαριστό Μητροπολίτη Μαρωνείας Τιμόθεο (1954-1974), ο οποίος βρισκόταν για λουτροθεραπεία στα λουτρά της Γεννησέας. Μετέβη στο τηλεγραφείο και συνομίλησε με τον πολυσέβαστο Μητροπολίτη Τιμόθεο, ο οποίος του είπε ότι στη Διεύθυνση του ιδρύματος των Λουτρών υπήρχε μια θέση διαχειριστού και αν ήθελε μπορούσε να προσέλθει για να εργασθεί. Ο νεαρός Σταύρος ευχαρίστησε τον σεβαστό Μητροπολίτη Τιμόθεο και αποδεχθείς την πρότασή του μετέβη και ανέλαβε υπηρεσία καθόλη την διάρκεια της λουτροθεραπείας.
Επιμελητής και Διαχειριστής του Εκκλησιαστικού Οικοτροφείου Αρρένων της Μητροπόλεως Μαρώνειας
Στη διάρκεια του θέρους του έτους 1959, κατά συγκυρία αγαθή και ενώ εργαζόταν στα λουτρά, εγνώρισε την δεσποινίδα Αναστασία Καλαϊτζή, η οποία ευρίσκετο εκεί με συγγενείς της. Εν συνεχεία έγινε συζήτηση με τον Μητροπολίτη Τιμόθεο, ο οποίος αγαπούσε τον νεαρό Σταύρο ως παιδί του, και ετέθη το ζήτημα της εισοδεύσεώς του, παρά το νεαρό της ηλικίας του, στις τάξεις του εγγάμου κλήρου. Κατά τον μήνα Σεπτέμβριο του 1959 ο Μαρωνείας Τιμόθεος ετοποθέτησε τον νεαρό Σταύρο ως Επιμελητή και Διαχειριστή του Εκκλησιαστικού Οικοτροφείου Αρρένων της Μητροπόλεως Μαρώνειας, με Διευθυντή τον τότε Γενικό Ιεροκήρυκα της Μητροπόλεως Μαρωνείας, Αρχιμ. Δαμασκηνό Ρουμελιώτη, τον μετέπειτα Μητροπολίτη Μαρωνείας, ο οποίος από το έτος 1959 συνεδέθη με τον π. Σταύρο Σπορίκη, ενώ ο δεύτερος ήταν ακόμη λαϊκός, και μέχρι τον θάνατό του αμφότεροι μνημόνευαν την φιλία τους αυτή (6 Νοεμβρίου 2012). Τότε συναντήθηκε και πάλι ο νεαρός Σταύρος με την Αναστασία Καλαϊτζή, την οποία πρότεινε για σύντροφό του. Επενέβη και ο τότε Ιεροκήρυξ Δαμασκηνός Ρουμελιώτης, ο οποίος ως υπεύθυνος του «Χριστιανού Ομίλου Κυριών και Δεσποινίδων» γνώριζε καλά την Αναστασία, που ήταν κατηχήτρια, ενώ ήταν και ο πνευματικός της πατέρας.
Η εις Διάκονον χειροτονία
Ο ιερός αρραβών συνετελέσθη την παραμονή της εορτής της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Βαρβάρας (4/12/1959) μετά τον Πανηγυρικό αρχιερατικό εσπερινό από τον Μητροπολίτη Τιμόθεο και τους συνεργάτες του κληρικούς. Ο Σταύρος συνέχισε την εργασία του στο Οικοτροφείο Αρρένων και την 10η Ιανουαρίου του 1960 ευλογήθηκε ο γάμος του με την Αναστασία από τον Μητροπολίτη Τιμόθεο και τους κληρικούς συνεργάτες του. Με την πρεσβυτέρα του, η οποία παραμένει η ευλογημένη συμπαραστάτης της ζωής του, απέκτησε δύο θυγατέρες, την Στυλιανή, Φιλόλογο, η οποία είναι παντρεμένη με τον Θεοχάρη Στάικο και έχει έναν υιό, τον Ευάγγελο, φοιτητή του Πολυτεχνείου Θεσσαλονίκης. Η θυγατέρα του αυτή ζει στην Θεσσαλονίκη, ενώ η δεύτερη, η Αικατερίνη, ζει μαζί με τους γονείς της στην Κομοτηνή. Την 14η Φεβρουαρίου 1960 και αφού έδωσε την νενομισμένη «συμμαρτυρία» του ο Αρχιμ. Δαμασκηνός Ρουμελιώτης, επραγματοποιήθηκε στον Ι.Ν. Αγίου Γεωργίου Κομοτηνής, η εις Διάκονον χειροτονία του π. Σταύρου, ο οποίος μέχρι και σήμερα αναφέρει με συγκίνηση ότι ο Μητροπολίτης Τιμόθεος, επειδή υπεραγαπούσε αυτόν, έκαμε τα αδύνατα δυνατά και έλαβε άδεια από την Ιερά Σύνοδο, για να τον χειροτονήσει άνευ χρονοτριβής ως διάκονο, λόγω του κωλύματος που υπήρχε τότε ένεκα του αώρου της ηλικίας του, αφού ήταν μόλις 24 ετών.
Έγινε η χειροτονία του και διορίσθηκε Ιεροδιάκονος στον Ι. Ναό του Αγίου Γεωργίου Κομοτηνής, όπου υπηρέτησε ως την 15η Ιανουαρίου του 1961, πλησίον του πολυσεβάστου ιερέως του ναού, αειμνήστου π. Περικλή και με δεξιό ιεροψάλτη τον αείμνηστο δάσκαλό του, τον καλλίφωνο Παναγιώτη Στεφανίδη, ο οποίος τον αγαπούσε και τον θαύμαζε για την καθαρή άρθρωσή του όταν ανεγίγνωσκε το Ιερό Ευαγγέλιο και όταν εκφωνούσε τα «Ειρηνικά» και τα «Πληρωτικά». Ο δε διάδοχός του Παν. Στεφανίδη, πρωτοψάλτης Χρήστος Ευαγγελίδης, έψαλε με τη ψυχή του όταν ήταν λειτουργός ο π. Σταύρος. Τον καμάρωνε επίσης και ο πνευματικός του πατέρας, ο αοίδιμος μεγάλος Μητροπολίτης Μαρωνείας Τιμόθεος, ο οποίος πάντοτε τον είχε υπό την προστατευτική πατρική του αγάπη, ωσάν να ήταν δικό του παιδί.
Η εις Πρεσβύτερον χειροτονία
Όταν προκηρύχθηκε η θέση για χειροτονία πρεσβυτέρου που προοριζόταν για τον Ι. Ναό της Του Θεού Σοφίας Κομοτηνής, ο Μαρωνείας Τιμόθεος, την 15η Ιανουαρίου του 1961, τον χειροτόνησε εις πρεσβύτερο στον Ι. Ναό του Αγίου Γεωργίου Κομοτηνής. Επειδή όμως συνέβη κάτι μεταξύ των εφημερίων του ναού του Αγίου Γεωργίου, ο Μαρωνείας Τιμόθεος διόρισε τον πρεσβύτερο π. Σταύρο όχι στον Ι. Ναό της Του Θεού Σοφίας, αλλά στον ναό του Αγίου Γεωργίου Κομοτηνής. Να σημειωθεί ότι κατά το δίμηνο Νοεμβρίου – Δεκεμβρίου του έτους 1964, ο Μαρωνείας Τιμόθεος απέστειλε τον π. Σταύρο να παρακολουθήσει τα ειδικά μαθήματα στο υπό της Αγίας και Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος συσταθέν «Φροντιστήριον Πνευματικών», το οποίο λειτουργούσε στην Ιερά Μονή Πεντέλης, όπου Διευθυντής ήταν ο Αρχιμ. Χρυσόστομος Γιαλούρης, μετέπειτα Μητροπολίτης Χίου. Μεταξύ δε των καθηγητών του ήταν ο τότε Αρχιμ. Παντελεήμων Χρυσοφάκης, [μετέπειτα Μητροπολίτης Σάμου και εν συνεχεία Θεσσαλονίκης (1974-2003)], ο τότε Αρχιμ. Παύλος Πολυμερόπουλος (μετέπειτα Μητροπολίτης Χίου), ο τότε Αρχιμ. Αλέξανδρος Καντώνης (μετέπειτα Μητροπολίτης Φιλίππων και εν συνεχεία Περιστερίου), ο τότε Αρχιμ. Νικόδημος Γρεκός (μετέπειτα Μητροπολίτης Θηβών και Λεβαδείας) και ο Αρχιμ. Παντελεήμων Μπαρδάκος (μετέπειτα Μητροπολίτης Σάμου και Ικαρίας).
Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος της Μητροπόλεως Μαρωνείας και Κομοτηνής
Αφού δε περάτωσε επιτυχώς την εκπαίδευσή του, ο Μαρωνείας Τιμόθεος, κατά τα Χριστούγεννα του 1964, προχείρισε αυτόν ως πνευματικό της Μητροπόλεως Μαρωνείας παρά το νεαρόν της ηλικίας του. Άξιο μνείας είναι το γεγονός ότι τόσο μεγάλη ήταν η αγάπη, η εκτίμηση και η εμπιστοσύνη του Μητροπολίτου Τιμοθέου στο πρόσωπο του πνευματικού του αναστήματος και τέκνου, που ήταν ο π. Στάυρος, ώστε σε ηλικία μόλις 30 ετών τον τοποθέτησε κατά το έτος 1965 στην νευραλγικής σημασίας διοικητική θέση του Γενικού Αρχιερατικού Επιτρόπου της Μητροπόλεως Μαρωνείας και Κομοτηνής. Στη θέση αυτή, την οποία του ενεπιστεύθη και ο Μητροπολίτης Μαρωνείας Δαμασκηνός, παρέμεινε επί 38 συναπτά έτη (1965-2003), και μέχρι σήμερα, όπως έχει αψευδώς καταγραφεί στις σελίδες της νεωτέρας εκκλησιαστικής ιστορίας της θεοσώστου Μητροπόλεως Μαρωνείας, υπήρξε ο μακροβιότερος Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος της καθ’ ημάς Ιεράς Μητροπόλεως. Παραλλήλως υπηρέτησε ευδοκίμως ως Γραμματεύς της Ιεράς Μητροπόλεως μέχρι και την 3η Σεπτεμβρίου του 2003. Όταν ο γράφων σε ταξίδι του στον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο συνοδευόταν από τον π. Σταύρο και τον εγνώρισε στον Παναγιώτατο ως πνευματικό ανάστημα του Μαρωνείας Τιμοθέου, δεν περιγράφονται οι εκδηλώσεις τιμής του Πατριάρχου προς το πρόσωπο του πατρός Σταύρου.
Πρωτοπρεσβύτερος
Ο π. Σταύρος έλαβε το οφφίκιον του Πρωτοπρεσβυτέρου, κατά τα Χριστούγεννα του 1974, υπό του νεοεκλεγέντος τότε Μητροπολίτου Μαρωνείας Δαμασκηνού και σήμερα είναι ο αρχαιότερος προσοντούχος κληρικός της Μητροπόλεως Μαρωνείας, καθώς και ο αρχαιότερος προϊστάμενος ναού. Την θέση δε του προϊσταμένου του Ι. Ναού Αγίου Γεωργίου Κομοτηνής ανέλαβε αρχικώς για σύντομο χρονικό διάστημα, μεταξύ των ετών 1964-1965, και από το 1974 μέχρι και σήμερα συνεχίζει να είναι ο προϊστάμενος αυτού άνευ ουδεμίας διακοπής, δηλαδή επί 40 συναπτά έτη. Δεν είναι διόλου τυχαίο το γεγονός ότι ο αοίδιμος Μητροπολίτης Μαρωνείας Τιμόθεος, όταν τον Μάιο του 1974 μετετέθη στην Ιερά Μητρόπολη Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας, ενώ ήταν και Τοποτηρητής της Μητροπόλεως Μαρωνείας, ενεπιστεύθη την εκπροσώπησή του μέχρι και της εκλογής του Μαρωνείας Δαμασκηνού, στον αγαπημένο κατά πνεύμα υιό του, π. Σταύρο Σπορίκη, ο οποίος ήταν παρών και στις τελετές ενάρξεως λειτουργίας του νεοϊδρυθέντος Δημοκριτείου Παν/μίου Θράκης. Ο ίδιος μάλιστα οργάνωσε όλη την επίσημη υποδοχή του νεοεκλεγέντος Μητροπολίτου Δαμασκηνού στην Κομοτηνή, στον οποίο ενεχείρισε την πρώτη λειτουργική ράβδο του, και κατά το πρώτο κυρίως έτος από της αναλήψεως των καθηκόντων του ως Μητροπολίτου, ο π. Σταύρος συνέβαλε τα μέγιστα στην απρόσκοπτη λειτουργία της Μητροπόλεως στηρίζοντας πάση δυνάμει και ιερώ ζήλω τον Μαρωνείας Δαμασκηνό. Ήδη ανεφέρθη ότι ο Αρχιμ. π.Αρίσταρχος Τσαλπαράς, ο επί 32 συναπτά έτη Πρωτοσύγκελλος της Μητροπόλεως Μαρωνείας, ευρέθη στη θέση αυτή ύστερα από πρόταση του π. Σταύρου προς τον Μητροπολίτη Δαμασκηνό, ο οποίος τον εκάλεσε για τον σκοπό αυτό. Ο π. Σταύρος είχε σοβαρή και άριστη συνεργασία με τον επί 7 συναπτά έτη Πρωτοσύγκελλο της Μητροπόλεως Αρχιμ. π. Κωνστάντιο Παναγιωτακόπουλο (2006-2013), καθώς και με τον τοποτηρητή της Μητροπόλεως Μαρωνείας, Σεβ. Μητροπολίτη Διδυμοτείχου κ. Δαμασκηνό (2012-2013), ο οποίος κατά την πρόσφατη περιπέτεια της υγείας του π. Σταύρου, αμέσως εξέφρασε τις πλέον εγκάρδιες ευχές του μέσω καταλλήλου προσώπου, το οποίο επισκέφθη τον ασθενούντα κληρικό.
«Όλη η ζωή μου, επί 57 έτη, είναι ο Άγιος Γεώργιος και η Αγία Παρασκευή»
Όλη η ζωντανή ύπαρξη του π. Σταύρου ως κληρικού της Εκκλησίας είναι συνδεδεμένη με τον ναό του Αγίου Γεωργίου και της Αγίας Παρασκευής Δημοτικού Άλσους Κομοτηνής, και γι’ αυτό πολλές φορές κατά το παρελθόν αρνήθηκε προτάσεις, ιδιαίτερα τιμητικές, να υπηρετήσει σε άλλες Μητροπόλεις. Εδέχθη πρόσκληση του αοιδίμου Μεγάλου Μητροπολίτου Ρόδου Σπυρίδωνος να υπηρετήσει ως κληρικός της εκεί Μητροπόλεως, ενώ είχε και προτάσεις να υπηρετήσει τόσο την Μητρόπολη Ιταλίας και συγκεκριμένα στην πόλη της Τεργέστης, όσο και στη Νότια Αφρική. Πότε όμως δεν εδέχθη τις προτάσεις αυτές γιατί όπως έλεγε και συνεχίζει να λέγει: «όλη η ζωή μου, επί 55 έτη, είναι ο Άγιος Γεώργιος και η Αγία Παρασκευή. Μόνο νεκρός θα εγκαταλείψω τους δύο αυτούς ναούς που μου εμπιστεύθηκαν δύο Μητροπολίτες, ο σεβαστός μου Τιμόθεος και ο διάδοχός του και κατά πνεύμα υιός του, Δαμασκηνός».
Ο π. Σταύρος στη διάρκεια της πεντηκονταπενταετούς ιερατικής διακονίας του στον Ι. Ναό του Αγίου Γεωργίου, συνεργάσθηκε με άριστο και υποδειγματικό τρόπο με τους δύο προκατόχους του προϊσταμένους του ναού, τον αείμνηστο, Κομοτηναίο στην καταγωγή, Αρχιμ. και Πρωτοσύγκελλο τότε της Μητροπόλεως Μαρωνείας Τιμόθεο Ελευθερίου, ο οποίος εκοιμήθη ως Αρχιμ. του Οικουμενικού Πατριαρχείου και προϊστάμενος της ορθοδόξου ενορίας στην πόλη της Τεργέστης εν Ιταλία, και τον Αρχιμ. και Πρωτοσύγκελλο επίσης της Μητροπόλεως Μαρωνείας Κωνσταντίνο Φαραντάτο, μετέπειτα Πρωτοσύγκελλο και σήμερα Μητροπολίτη Ν. Ιωνίας και Φιλαδελφείας, διάδοχο στην εκεί Μητρόπολη του αοιδίμου Μητροπολίτου Τιμοθέου Ματθαιάκη, του από Μαρωνείας (+1992). Άριστες υπήρξαν οι σχέσεις του π. Σταύρου και με τους άλλους κατά τα έτη που παρήλθαν συνεφημερίους του, οι οποίοι ήταν: ο π. Περικλής Κυριακού, πολυαγαπημένος εν Χριστώ αδελφός του, τον οποίο μέχρι και σήμερα εμνημονεύει με αγάπη, ο π. Μιχαήλ Ιγνατάκης και ο νυν ιερεύς π. Κωνσταντίνος Τσουλιάγκας. Υποδειγματική και αγαστή υπήρξε η συνεργασία του και με τα καιρούς εκκλησιαστικά Συμβούλια στα οποία προεδρεύει μέχρι και σήμερα ως προϊστάμενος του ναού.
Το πολυσχιδές και πολύπλευρο ποιμαντικό, πνευματικό, αγιαστικό και εν γένει ιερατικό έργο του π. Σταύρου είναι τιτάνιο στα 55 έτη της διακονίας του εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία και ειδικότερα στα 40 έτη της προϊσταμενίας του στον Ι. Ναό του Αγίου Γεωργίου Κομοτηνής, που είναι ο δεύτερος ιστορικής αξίας μεταβυζαντινός ναός της Κομοτηνής.
Το νέο κωδωνοστάσιο, η ολοκλήρωση της αγιογράφησης, ο συνολικός ευπρεπισμός του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου
Με την εκλογή του Μαρωνείας Δαμασκηνού (29 Μαΐου 1974) εισηγήθηκε και ενεκρίθη η πρότασή του ως προϊσταμένου του ναού για την ανέγερση του νέου κωδωνοστασίου του Αγίου Γεωργίου, το οποίο κατασκευάστηκε μεταξύ των ετών 1976-1977. Κύριο μέλημά του εξ αρχής ως προϊσταμένου υπήρξε ο ευπρεπισμός του ιστορικού αυτού ναού, συνεχίζοντας το προς τον σκοπό τούτο έργο των προκατόχων του. Έτσι, ολοκληρώθηκε η αγιογράφηση εσωτερικώς του ναού, ολοκληρώθηκε ο ευπρεπισμός του γραφείου των ιερέων του ναού, τοποθετήθηκαν η ξυλόγλυπτη επένδυση στις κόγχες της Ιεράς Προθέσεως και του σκευοφυλακίου, η τοποθέτηση ειδικών προθηκών για τα ιερά σκεύη και τις λειψανοθήκες εντός του Ιερού Βήματος και η τοποθέτηση του πανέμορφου ξυλόγλυπτου κιβωρίου επί της Αγίας Τραπέζης, μοναδικού απ’ όλους τους ναούς των ενοριών της Μητροπόλεως. Αγοράσθηκαν επίσης νέα ιερά λειτουργικά σκεύη, ιερά Ευαγγέλια, αρτοφόρια, εξαπτέρυγα, χρυσοκέντητοι επιτάφειοι, ξυλόγλυπτα κιβώρια επιταφείων, καλύμματα της Αγίας Τραπέζης και των Ιερών σκευών, ξυλόγλυπτος Δεσποτικός θρόνος, άμβων, αναλόγια ιεροψαλτών, προσκυνητάρια, στασίδια, πολυέλαιοι και λοιπά αντικείμενα.
Επί των ημερών του διαμορφώθηκε η σημερινή πρόσοψη του ναού, ενώ συντελέσθηκε και το καταλυτικής σημασίας έργο για την προστασία του ναού από την υγρασία, που ήταν η κατόπιν ειδικής μελέτης, τη εγκρίσει του Εκκλησιαστικού Ενοριακού Συμβουλίου και του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, κάλυψη όλων των εξωτερικών επιφανειών του με ειδική λαξευμένη πέτρα. Κατά τον τρόπο αυτό και ο παλαιός πετρόκτιστος ναός εξωραΐσθη και τα έξοδα για την δαπάνη της συχνής συντηρήσεώς του εξέλιπαν. Πολλάκις επισκευάσθηκε η στέγη και αντικατεστάθησαν οι θύρες και τα παράθυρα του ναού, πλην των παλαιών παραθύρων του γυναικωνίτη, καθώς επίσης τοποθετήθηκε κεντρική θέρμανση και αρίστης ποιότητος μικροφωνική εγκατάσταση.
Ο προαύλιος χώρος εκαλύφθη με πλακόστρωση, κατασκευάσθηκαν παρτέρια και τοποθετήθηκαν παγκάκια, ανακαινίσθηκε η περίφραξη, ανηγέρθησαν αποθηκευτικοί χώροι και κατασκευάσθηκε το βήμα για την τελετή της Αναστάσεως. Η άριστη συνεργασία του με τον κ. Αδαμαντίνη Μπλέτσα έφερε ως έργο αγαθό την ανέγερση του περικαλλέστατου πνευματικού ενοριακού κέντρου του Αγίου Γεωργίου, όπου σήμερα γίνονται τα μαθήματα των κατηχητικών και λοιπές άλλες εκκλησιαστικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις της ενορίας.
Η προέκταση του Ιερού ναϊδρίου της Αγίας Παρασκευής
Μεταξύ των ετών 2000-2002, όταν ήταν Δήμαρχος Κομοτηναίων ο αείμνηστος Γεώργιος Παπαδριέλλης και Αντιδήμαρχος (μετέπειτα Δήμαρχος) ο κ. Αναστάσιος Βαβατσικλής, με συντονισμένες ενέργειές του, εγένετο η προέκταση του Ιερού ναϊδρίου της Αγίας Παρασκευής, Πολιούχου, προστάτου και πνευματικού εφόρου της Κομοτηνής, εντός του Δημοτικού άλσους της πόλεως. Συγχρόνως ολοκληρώθηκε πλήρως ο εσωτερικός ευπρεπισμός του ναϊδρίου με την αγιογράφηση όλων των επιφανειών του, ενώ τοποθετήθηκαν μοναδικής ξυλογλυπτικής τέχνης τέμπλο με αγιογραφημένες όλες τις εικόνες του, Δεσποτικός θρόνος, ψαλτικά αναλόγια, ξυλόγλυπτη επένδυση της κόγχης της Ιεράς προθέσεως, προσκυνητάρια, καθίσματα, παγκάρια και λοιπά έπιπλα. Αγοράσθηκαν επίσης νέα ιερά σκεύη, Ευαγγέλια, λειτουργικά βιβλία, καλύμματα Αγίας Τραπέζης και ιερών σκευών κ.ά. Έγινε η εγκατάσταση κεντρικής θέρμανσης και σύγχρονης μικροφωνικής εγκατάστασης. Ανάλογη φροντίδα επέδειξε και για τον εξωτερικό ευπρεπισμό του ναϊδρίου, καθώς και τον εξωραϊσμό του προαυλίου χώρου.
Ο πατήρ Σταύρος, σύμφωνα με την πατριαρχική ορολογία, είναι «άρχων Πνευματικός Γέρων», δηλαδή ένας «άρχοντας κληρικός», ιεροπρεπής και φιλακόλουθος λευίτης Χριστού, ο οποίος κατά την τέλεση της αναιμάκτου Θείας Λειτουργίας, παντός ιερού μυστηρίου και πάσης άλλης ιεροπραξίας, διακρίνεται για την σοβαρότητα, την ιεροπρέπεια, την πνευματική κατάνυξη και την εν γένει ιερά ευλάβεια και ευσέβεια, που θα πρέπει να διακρίνει κάθε κληρικό. Ως φιλακόλουθος κληρικός μέχρι και στην ηλικία αυτή τελεί υποδειγματικά κάθε ιερά ακολουθία της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Όταν τελεί την Θεία Λειτουργία, το πλήρωμα της Εκκλησίας αισθάνεται ότι είναι ωσάν να ιερουργεί «για πρώτη και τελευταία φορά». Ως κληρικός με υψηλή αίσθηση του ιερού καθήκοντος και της θεόσδοτης αποστολής του επιδεικνύει πάντοτε υπακοή στη φωνή της Εκκλησίας. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός της, παρά το ψύχος και το επικίνδυνο της ηλικίας του, μεταβάσεώς του να λειτουργήσει, κατ’ εντολήν της τοπικής διοικούσης Εκκλησίας, στην ενορία του Ιμέρου κατά την πρωτοχρονιάτικη Θεία Λειτουργία του 2014, ενώ πολλές φορές νεώτεροι σε ηλικία κληρικοί δυσφορούν. Εκείνος όμως επιτέλεσε το ιερό χρέος του άνευ αντιλογίας συναισθανόμενος το βαρύ πνευματικό του διακόνημα ως Ορθοδόξου κληρικού.
Καλλίφωνος από Θεού και άριστος γνώστης της πατρώας Εκκλησιαστικής Μουσικής, όταν ψάλλει, πάλλεται σύνολη η ύπαρξή του. Ποιος δεν λυγίζει όταν βλέπει τον π. Σταύρο να αίρει τον εσταυρωμένο κατά το εσπέρας της Μ. Πέμπτης και ακούει από των χειλέων του το «Σήμερον Κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασιν την γην κρεμάσας»; Με μετρημένες ιεροπρεπείς κινήσεις και χωρίς την αλαζονική έπαρση και ματαιοδοξία της αυτοπροβολής και της κενής επιδειξιομανίας λειτουργεί και ψάλλει, όπως αρμόζει σε σοβαρό κληρικό που αντιλαμβάνεται την ιερότητα της κάθε στιγμής στην Θεία λειτουργία και σε κάθε μυστηριακή και άλλη ιεροπραξία της Εκκλησίας. Ο π. Σταύρος λέγει χαρακτηριστικά: «ότι ο παπάς δεν είναι θεατρίνος, αλλά λειτουργός των φρικτών μυστηρίων του Υψίστου». Είναι χαρακτηριστικό ότι ουδέποτε επρόβαλε το αξίωμά του ως Γενικού Αρχιερατικού Επιτρόπου, που επί 38 έτη κατείχε, το οποίο ποτέ δεν επεδίωξε κενόδοξα και ματαιόδοξα να το κατακτήσει ως λάφυρο, αφού αυτοβούλως ο Μαρωνείας Τιμόθεος του το ανέθεσε.
Καθιέρωση Ιερών πανηγύρεων
Στη διάρκεια της επί σχεδόν 6 δεκαετίες ιερατικής διακονίας του, ο π. Σταύρος ως πνευματικός πατέρας πάντοτε ενισχύει το κατηχητικό έργο της ενορίας του Αγίου Γεωργίου, προκειμένου να καταρτίζεται πνευματικά και ορθόδοξα η νεότητα, ενώ ως φιλάγιος και φιλακόλουθος κληρικός υπήρξε πρωτοπόρος στην καθιέρωση ιερών πανηγύρεων ως κατάλληλων ευκαιριών για πνευματική ενίσχυση και ωφέλεια ψυχών. Έτσι, από πολλών ετών έχει καθιερώσει: α) Την Ιερά Πανήγυρη της Παγκοσμίου Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού (13 και 14 Σεπτεμβρίου), β) Την Ιερά Πανήγυρη των Αγίων νεοφανών Μαρτύρων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης (Διακαινήσιμος Εβδομάδα), αφού ο ίδιος διαμόρφωσε και το ιερό παρεκκλήσιο των τριών αυτών Αγίων στον γυναικωνίτη του Ι. Ναού του Αγίου Γεωργίου, γ) την Ιερά Πανήγυρη της Αγίας Ειρήνης της Χρυσοβαλάντου, δ) την Ιερά πανήγυρη του Αγίου Γεωργίου του εν Ιωαννίνοις, ε) την Ιερά πανήγυρη του Αγίου Φανουρίου εντός του παρεκκλησίου της Αγίας Παρασκευής στο Δημοτικό άλσος της πόλεώς μας. Ο ίδιος πάντοτε ανταποκρίνεται στην πρόσκληση του Συλλόγου της Αγίας Κυριακής (οδός Ζυμβρακάκη), ο οποίος ανήγειρε από ετών το μικρό ομώνυμο παρεκκλήσιο, για την τέλεση της Ιεράς Πανηγύρεως.
Διόλου τυχαίο τυγχάνει και το γεγονός ότι επί των ημερών του, κατ’ ευδοκίαν Θεού, έχουν αποθησαυρισθεί στον ναό του Αγίου Γεωργίου αρκετά τεμάχια ιερών λειψάνων ορισμένων Αγίων της Μητρός Ορθοδόξου Εκκλησίας μας.
Ο π. Σταύρος είναι ο «κληρικός-σύμβολο», το ζωντανό ιστορικό κεφάλαιο έξι δεκαετιών της τοπικής εκκλησιαστικής και εν γένει ιστορίας. Διερωτώμεθα πολλάκις πόσες γενιές άραγε χριστιανών μεγάλωσαν με την παρουσία του αξίου αυτού κληρικού ανάμεσά τους; Τα ευλογημένα ιερατικά χέρια του, πόσες Θείες Λειτουργίες, πόσα μυστήρια, πόσες ιεροπραξίες ετέλεσαν; Πόσους ευλόγησε, αγίασε, βάπτισε, πάντρεψε, κήδευσε, κοινώνησε, εξομολόγησε, φώτισε; Ευλογημένος όντως παπάς, «άρχοντας παπάς» με μεγάλη καρδιά, χωρίς εμπάθεια, χωρίς εκδικητικότητα, χωρίς κακία στην ψυχή του. Πάντοτε προσηνής, ευπροσήγορος, πράος, ευθύς, αληθής, ανυπόκριτος, ανεπιτήδευτος, γνήσιος. Πάντοτε με το χαμόγελο και τον καλό λόγο στα χείλη, κι αν ακόμη τον έχουν πικράνει. Μακρόθυμος και πολυέλεος προς τους ανθρώπους λαμβάνει ως αντίδωρο την αγάπη τους. Η έμπρακτη αγάπη του λαού απεδείχθη κατά την πρόσφατη περιπέτεια της υγείας του, όταν τον επεσκέφθη και επικοινώνησε μαζί του η μισή Κομοτηνή, άνθρωποι από όλο τον νομό Ροδόπης και από την υπόλοιπη Ελλάδα, κληρικοί και λαϊκοί.
«Ευ δούλε αγαθέ…»
Ο π. Σταύρος, που σήμερα διάγει το 79ον έτος της ηλικίας του, αδιαλείπτως τιμά την «παρακαταθήκη» που έλαβε πριν 57 έτη, κατά την χειροτονία του, υπό του σεβαστού πνευματικού πατρός και γέροντός του, αοιδίμου Μεγάλου Μητροπολίτου Μαρωνείας Τιμοθέου. Ζει για τον Χριστό και την Εκκλησία του. Πάντοτε συγχωρητικός, ανεκτικός και αληθής ποιμήν και πατέρας. Ο παπα-Σταύρος είναι ο Άγιος Γεώργιος και ο Άγιος Γεώργιος είναι ο παπα-Σταύρος και αυτό δεν είναι έκφραση υπερβολής, αλλά η κοινή συνείδηση όλου του λαού. Έχει ταυτισθεί δηλαδή το πρόσωπο και το όνομά του με τον Άγιο Γεώργιο Κομοτηνής, όπου, ως ο αρχαιότερος εν ενεργεία κληρικός της Μητροπόλεως Μαρωνείας, συνεχίζει να υπηρετεί και θα συνεχίσει μέχρι του τέλους της επιγείου ζωής του, καθώς η αγάπη κλήρου και λαού, αλλά κυρίως η ευλογία του Αρχιερέως Χριστού, τον συνοδεύουν και τον ενισχύουν πνευματικώς. Στον πολυφίλητο γέροντά μας, πολυσέβαστο και άξιο κληρικό της Μητροπόλεως μας, τον περήφανο θρακιώτη, την ζωντανή ιστορία της τοπικής Εκκλησίας, αρμόζει δεόντως η του θεανθρώπου Αρχιερέως Χριστού μακαρία φωνή: «Ευ δούλε αγαθέ, επί ολίγων ης πιστός, επί πολλών σε καταστήσω». Αμήν.
Υ.Γ: Το Χρυσούν Ιωβηλαίον του Πρωτοπρεσβυτέρου π. Σταύρου Σπορίκη ευχόμεθα από καρδίας να το χαρούν στη ζωή τους και άλλοι, όπου γης, ορθόδοξοι κληρικοί, αλλά να τύχουν της τιμής από την διοικούσα Εκκλησία τους, που δυστυχώς στην περίπτωση του δικού μας λατρευτού π. Σταύρου δεν συνέβη το 2010, όταν είχε συμπληρώσει ακριβώς 50 χρόνια Ιερωσύνης. Ας είναι το παραπάνω ταπεινό κείμενό μας η ελαχίστη τιμή ενώπιον του μεγαλείου της υπερπεντηκονταεπταετούς ιερατικής διακονίας και προσφοράς του στον αμπελώνα του Κυρίου.

Ο Πρεσβύτερος της Ιεράς Μητροπόλεως Μαρωνείας και Κομοτηνής π. Δημήτριος Αρχοντίδης (1909-1976)
Γραφή μνημοσύνης για έναν σεβάσμιο κληρικό μιάς άλλης εποχής

Οι επιγενόμενες γενεές εάν θέλουν να τιμήσουν με τον πρέποντα τρόπο τους προγόνους μιάς άλλης εποχής, την οποία πολλές φορές νοσταλγούμε, δεν έχουν παρά να γράψουν πέντε – δέκα αράδες μνήμης και ενθύμησης για τον τετιμημένο βίο και τα έργα τους. Η μνήμη και η ιστορική ενθύμηση είναι ίσως ο καλύτερος τρόπος για να τιμήσουμε τα πεφιλημένα πρόσωπα που έχουν φύγει από κοντά μας.
Έτσι, η ιστορική γραφίδα σήμερα αναφέρεται στον αείμνηστο και σεβάσμιο Πρεσβύτερο – Οικονόμο της Μητροπόλεως Μαρωνείας και Κομοτηνής π. Δημήτριος Αρχοντίδης. Ο συγκεκριμένος κληρικός, υιός του Ιωάννου και της Αθηνάς, εγεννήθη το έτος 1909 στο χωριό Γιαντζικλάρ (Αρειμανή) της Ανατολικής Θράκης. Ο π. Δημήτριος είχε άλλα δύο αδέλφια και οι γονείς του, οι οποίοι ήταν βιοπαλαιστές αγρότες της καθημερινότητος, παρά τα δύσκολα εκείνα χρόνια, μεγάλωσαν και ανέθρεψαν τα παιδιά τους με πολύ μόχθο και στερήσεις, αλλά και με τις αρχές της ελληνοχριστιανικής παραδόσεως, με «παιδεία και νουθεσία Κυρίου».
Ο π. Δημήτριος περάτωσε την πρωτοβάθμια εκπαίδευσή του και απεφοίτησε από το Δημοτικό σχολείο της ιδιαιτέρας πατρίδος του. Από την παιδική του ηλικία, επειδή και ο πατέρας του Ιωάννης ήταν άριστος γνώστης της βυζαντινής μουσικής και καλλίφωνος ιεροψάλτης στην εκκλησία του χωριού τους, αγάπησε και ο ίδιος την βυζαντινή μουσική της Εκκλησίας μας. Πλησίον του ιεροψάλτου πατέρα του εδιδάχθη την τέχνη της εκκλησιαστικής μουσικής και τον βοηθούσε από πολύ μικρή ηλικία στο αναλόγιο της Εκκλησίας τους. Παράλληλα ως υιός αγρότη βοηθούσε τον πατέρα του και στις σκληρές αγροτικές εργασίες τους, παρά το άωρον της ηλικίας του, προκειμένου να συμβάλλει και ο ίδιος στην εξασφάλιση του επιούσιου άρτου, ο οποίος κατ’ εκείνα τα έτη ήταν πρώτιστη προϋπόθεση επιβιώσεως και για πολλούς είδος πολυτελείας!
Όταν το 1922 συνετελέσθη η Μικρασιατική Καταστροφή και επεβλήθη η αναγκαστική Ανταλλαγή των πληθυσμών, η οικογένεια του π. Δημητρίου αναγκάσθηκε, όπως και όλοι οι άλλοι Θρακιώτες, να εγκαταλείψει τις πατρογονικές εστίες της και να εγκατασταθεί στην Μητέρα Ελλάδα προκειμένου να σωθεί από τον βέβαιο θάνατο του οποίου έσπερναν στο πέρασμά τους από τα ελληνοχριστιανικά χωριά της Ανατολικής Θράκης οι εθνικιστές κεμαλιστές του νέου καθεστώτος στην Τουρκία. Όταν συνέβησαν όλες εκείνες οι καταστροφικές αλλαγές και ανακατατάξεις, ο μικρός Δημήτριος ήταν μόλις 13 ετών και βίωνε αυτόν τον πικρό ξεριζωμό από την πατρίδα του που συγκλόνισε τότε την άδολη και ευαίσθητη παιδική ψυχή του.
Αρχικά η οικογένεια του π. Δημητρίου εγκαταστάθηκε στην προσφυγομάνα Θεσσαλονίκη, όπου η οικογένεια έζησε για μικρό χρονικό διάστημα επειδή οι συνθήκες επιβιώσεως ήταν δυσκολότερες στην πόλη σε σχέση με την ύπαιθρο χώρα και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η ανεύρεση εργασίας για έναν αγρότη, ο οποίος ήξερε να καλλιεργεί την γη ήταν κάτι το ακατόρθωτο. Έτσι, η οικογένεια του νεαρού Δημητρίου αναγκάσθηκε να πάρει και πάλι το δρόμο της προσφυγιάς και αφού περιπλανήθηκε, απεφάσισε τελικά να εγκατασταθεί στην κωμόπολη της Ξυλαγανής του Ν. Ροδόπης.
Στα πρώτα βήματα της νέας βιοτής εν Ελλάδι η οικογένεια Αρχοντίδη ενισχύθηκε, όπως εξάλλου όλοι οι πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη, από το ελληνικό κράτος αφού έλαβε τον λεγόμενο αγροτικό κλήρο και ένα οικόπεδο στο οποίο με χίλια μύρια βάσανα και στερήσεις ο πατέρας του π. Δημητρίου έχτισε ένα μικρό σπίτι για να στεγάσει την ταλαιπωρημένη οικογένειά του. Για την επιβίωση όμως της οικογένειας χρειάσθηκε να εργασθούν σκληρά στις αγροτικές εργασίες του χωριού τόσο ο π. Δημήτριος, όσο και ο άλλος αδελφός του, οι οποίοι εργάζονταν ως αγροτικοί εργάτες για το καθημερινό μεροκάματο τόσο στα κτήματα της οικογένειας όσο και σ’ εκείνα των ευπορότερων οικογενειών της Ξυλαγανής.
Είναι πάντως αξιοθαύμαστο το γεγονός ότι παρόλο που ο έφηβος τότε Δημήτριος εργαζόταν τόσο σκληρά σε καθημερινή βάση, εντούτοις δεν έλειπε καμμία Κυριακή από την Θεία Λειτουργία, αφού συνέχιζε μαζί με τον πατέρα του να ψάλλει στο αναλόγιο της Εκκλησίας του χωριού και με τον τρόπο αυτό να εξασκείται στη βυζαντινή μουσική την οποία κυριολεκτικά ελάτρευε.
Το 1930/1931 ο π. Δημήτριος σε ηλικία 21 ετών υπηρέτησε στον ελληνικό στρατό με την ειδικότητα του οδηγού σε μία στρατιωτική μονάδα της Καβάλας. Όταν στη συνέχεια απολύθηκε από τον στρατό, επέστρεψε και πάλι στην Ξυλαγανή και συνέχισε να εργάζεται ως αγρότης μαζί με τον πατέρα του και τον αδελφό του προκειμένου να συντηρήσει την οικογένειά τους.
Ο π. Δημήτριος σε ηλικία 27 ετών εγνώρισε την σύζυγό του και μετέπειτα Πρεσβυτέρα του Κορίνα, η οποία κατήγετο από την Ανατολική Θράκη και ζούσε με τους γονείς της κατά την περίοδο εκείνη στην Κομοτηνή. Το 1936 νυμφεύθηκε την αγαπημένη του Κορίνα και το 1937 απέκτησε τον πρωτότοκο υιό του, ο οποίος υπήρξε ο επί πολλά έτη προϊστάμενος του Ιερού Ναού της Του Θεού Σοφίας Κομοτηνής αοίδιμος Πρωτοπρεσβύτερος π. Ιωάννης Δ. Αρχοντίδης (1937-2008). Τα επόμενα έτη απέκτησε και τις τρεις θυγατέρες του, ήτοι την Αθηνά, την Μελαχροινή και την Μαργαρίτα, συνεχίζοντας να ζει στην Ξυλαγανή και να εργάζεται ακόμη σκληρότερα ως αγρότης για να ζήσει την πολυμελή οικογένειά του.
Κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν την περίοδο 1941-1944 οι Βούλγαροι Κομιτατζήδες είχαν καταλάβει την Δυτική Θράκη και είχαν εγκατασταθεί ως κατακτητές, ο π. Δημήτριος συνέχιζε να ζει με την οικογένειά του στην Ξυλαγανή και μαζί με άλλους συντοπίτες του, ήταν ενεργό μέλος μιάς από τις πολλές αντιστασιακές τοπικές οργανώσεις εναντίον των Βουλγάρων εξαρχικών, οι οποίοι καταδυνάστευαν τον τοπικό ελληνικό πληθυσμό.
Σύμφωνα μάλιστα με την αφήγηση του Πρωτοπρεσβύτερου π. Ιωάννη Αρχοντίδη, ο οποίος προ πολλών ετών ενθυμούμενος ακόμη την εξιστόρηση των γεγονότων από τον πατέρα του π. Δημήτριο διηγήθηκε στον γράφοντα τα εξής: «Την άνοιξη του 1944 οι Βούλγαροι στρατιώτες καθ’ υπόδειξη ανεκάλυψαν την τοποθεσία όπου είχαν κρυφθεί περί τα 40 άτομα, που ήταν μέλη της ιδίας αντιστασιακής οργανώσεως στην οποία μέλος ήταν και ο π. Δημήτριος, και στη συνέχεια τα εκτέλεσαν όλα. Ο πατέρας του, ο πατήρ Δημήτριος, παρ’ ολίγον να είχε και εκείνος το ίδιο μαρτυρικό τέλος, επειδή όμως ήταν ο “σύνδεσμος” με τις υπόλοιπες αντιστασιακές οργανώσεις της περιοχής, εκείνη την συγκεκριμένη ημέρα είχε μεταβεί σε κάποια άλλη τοποθεσία, εκτός Ξυλαγανής, προκειμένου να μεταφέρει κάποιο μήνυμα της οργανώσεως στα μέλη κάποιας άλλης αντιστασιακής ομάδας που αφορούσε τον ένοπλο αγώνα τους εναντίον των εθνικιστών – κατακτητών Βουλγάρων». Έτσι, ο π. Δημήτριος ως εκ θαύματος εσώθη και ξέφυγε τον βέβαιο θάνατο από τις λόγχες των Βουλγάρων. Πρέπει επίσης να αναφέρουμε ότι ο π. Δημήτριος με την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου το 1940, όπως άλλωστε ολόκληρος ο ελληνικός λαός, κατετάγη και πάλι με προθυμία στον ελληνικό στρατό και μετέβη στο ελληνοαλβανικό μέτωπο όπου επολέμησε γενναία και τραυματίσθηκε σοβαρά στο πόδι του. Εν προκειμένω σημειώνουμε ότι ο π. Ιωάννης Αρχοντίδης ενεθυμείτο και ο ίδιος μέχρι και το τέλος της επιγείου ζωής του, τον τραυματισμό του πατέρα του, κατά το 1941, και την επί μεγάλο χρονικό διάστημα θεραπεία του στο πατρικό τους σπίτι. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Ξυλαγανή και συνέχισε τον αντιστασιακό αγώνα του εναντίον των Βουλγάρων κατακτητών της Θράκης.
Αλλά και κατά την περίοδο του εμφυλίου πολέμου ο π. Δημήτριος, όπως και οι υπόλοιποι άνδρες της Ξυλαγανής, ζούσε με τον φόβο μήπως συλληφθεί και στρατολογηθεί από τους ενόπλους κομμουνιστές, οι οποίοι κατέβαιναν στο χωριό για το λεγόμενο «ανθρωπομάζωμα» και το συνακόλουθο «πλιάτσικο», γι’ αυτό το λόγο ο ίδιος μαζί με τους υπόλοιπους άνδρες κρύβονταν σε τοποθεσίες εκτός του χωριού, έχοντας πάντοτε τον φόβο για τα μέλη της οικογένειάς τους.
Την περίοδο εκείνη ακριβώς ο π. Δημήτριος έλαβε και την μεγάλη απόφαση, η οποία εσφράγισε κυριολεκτικά την ζωή του, όταν απεφάσισε να ιερωθεί. Έτσι, κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους 1946-1947 εγράφη και εφοίτησε για ένα έτος στην Ιερατική Σχολή της Ξάνθης από την οποία όταν απεφοίτησε, εχειροτονήθη, κατά τον Οκτώβριο του 1947, Διάκονος και μετά από μία εβδομάδα Πρεσβύτερος από τον τότε Μητροπολίτη Μαρωνείας και Θάσου Βασίλειο (1941-1952).
Αρχικά ο αείμνηστος Μητροπολίτης Βασίλειος διόρισε τον νεοχειροτονηθέντα τότε π. Δημήτριο στην κενή ενοριακή θέση της Μαρώνειας. Επειδή όμως την περίοδο εκείνη λόγω του εμφυλίου πολέμου οι κάτοικοι της Μαρώνειας στο σύνολό τους είχαν εγκαταλείψει το χωριό τους και είχαν διασκορπισθεί διαμένοντας περιστασιακά σε διάφορα άλλα πλησιόχωρα χωριά και ιδίως στο κεφαλοχώρι της Ξυλαγανής, ο π. Δημήτριος αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει την οργανωτική του θέση στη Μαρώνεια και κατ’ εντολή του Μητροπολίτου Βασιλείου τοποθετήθηκε προσωρινώς στην Ξυλαγανή στην οποία εκτελούσε τα ιερατικά του καθήκοντα μαζί με τους δύο άλλους εφημερίους του χωριού.
Το έτος 1950, όταν πια είχε τελειώσει ο εμφύλιος πόλεμος και επανήλθαν στις εστίες τους οι Μαρωνείτες, επέστρεψε στην ενοριακή οργανική του θέση και ο Πρεσβύτερος Δημήτριος, ο οποίος σημειωτέον λειτούργησε, ύστερα από τρία χρόνια ένεκα της προτέρας εμπεριστάτου καταστάσεως, για πρώτη φορά στον Ιερό ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Μαρωνείας, όπου ήταν η πρώτη του ενορία.
Εν προκειμένω, όπως μας ανέφερε ο π. Ιωάννης Αρχοντίδης, σύμφωνα με την αφήγηση του πατρός του, «όταν τελείωσε ο εμφύλιος πόλεμος, στο πρώτο αμάξι που μετέφερε τους πρώτους κατοίκους στην Μαρώνεια ήταν και ο π. Δημήτριος, ο οποίος όταν έφθασε στην πλατεία του χωριού αντίκρυσε έναν άγριο και έρημο τόπο, όντως έναν “κρανίου τόπο”, όπου στο κέντρο της πλατείας έκαιγε ακόμη η φωτιά την οποία είχαν ανάψει για να ζεσταθούν οι τελευταίοι ένοπλοι κομμουνιστές πριν εγκαταλείψουν και εκείνοι το έρημο χωριό. Στη συνέχεια επανήλθαν και εγκατεστάθησαν και όλοι οι υπόλοιποι κάτοικοι της Μαρώνειας και η ζωή του χωριού βρήκε και πάλι την περπατησιά της.
Ο π. Δημήτριος μαζί με την οικογένειά του εγκαταστάθηκε επιτέλους στην πολύπαθη Μαρώνεια και ως άοκνος εργάτης στον αμάραντο εκκλησιαστικό αμπελώνα του Κυρίου οργάνωσε την εκκλησιαστική – πνευματική ζωή των κατοίκων του χωριού. Εκτελούσε τα ιερατικά του καθήκοντα με φόβο Θεού, τελούσε την θεία λειτουργία και όλες τις ιερές ακολουθίες της Εκκλησίας με ευλάβεια, ευσυνειδησία και ένθερμο ζήλο. Έχοντας επίσης συναίσθηση της υψηλής πνευματικής του αποστολής οργάνωσε και το κατηχητικό έργο της Εκκλησίας, αφού ο ίδιος δίδασκε στα κατηχητικά των αρρένων και των θηλέων προκειμένου να καταρτίσει πνευματικά με «παιδεία και νουθεσία Κυρίου» τα παιδιά του χωριού.
Το ποιμαντικό έργο του π. Δημητρίου ενθυμούνται μέχρι και σήμερα οι κάτοικοι της Μαρώνειας, στην οποία άσκησε τα καθήκοντά του μόνο για πέντε χρόνια, ήτοι μέχρι το έτος 1955.
Όταν λοιπόν το έτος 1954 εξελέγη Μητροπολίτης Μαρωνείας ο από Μυρέων Τιμόθεος Ματθαιάκης (1954-1974), ο π. Δημήτριος κατ’ εντολή του νέου Μητροπολίτου απεσπάθη από την ενορία της Μαρώνειας και διορίσθηκε στην ενορία της Του Θεού Σοφίας Κομοτηνής. Ο αείμνηστος Μητροπολίτης Τιμόθεος τοποθέτησε τον π. Δημήτριο σε αυτή την τόσο επιβλητική Εκκλησία και μεγάλη ενορία, επειδή προφανώς εξετίμησε το ήθος, την τιμιότητα, την ευσυνειδησία και την ιεροπρέπεια του π. Δημητρίου, τον οποίο ακόμη ενθυμούνται οι Κομοτηναίοι και ιδιαιτέρως οι ενορίτες του Ιερού Ναού της Του Θεού Σοφίας, με πολύ αγάπη, σεβασμό και συγκίνηση. Είναι όντως αλήθεια ότι ο π. Δημήτριος στα 21 έτη που υπηρέτησε ως εφημέριος στον Ι.Ν. της Του Θεού Σοφίας, άφησε τις καλύτερες των εντυπώσεων τόσο στους συνεφημερίους του, όπως ο τότε προϊστάμενος του ναού και μετέπειτα Μητροπολίτης Ελευθερουπόλεως Ευδόκιμος (+2003), όσο και στο ποίμνιό του. Πάντοτε υπήρξε συνεργάσιμος, καταδεκτικός, φιλάνθρωπος, συμπονετικός, μεγαλόψυχος, αλλά και όταν έπρεπε αυστηρός, δίκαιος και ανυποχώρητος στην διδασκαλία, τους ιερούς κανόνες και την παράδοση της Εκκλησίας μας. Όπως ενθυμούνται και οι Κομοτηναίοι, η αυστηρότητα του π. Δημητρίου ως πατρός και ποιμένος δεν ήταν έκφραση κακίας, αλλά πνευματικής αγωνίας για την ορθόδοξη πορεία και ζωή του πολυαγαπημένου του ποιμνίου.
Κατά την διάρκεια αυτών των 21 ετών τακτοποίησε και πάντρεψε τα παιδιά του και είχε την χαρά και την ευλογία να δει και εγγόνια. Επειδή τα παιδιά του διαβιούσαν στην Γερμανία, ταξίδευε και ο ίδιος πολλές φορές για να τα συναντήσει εκεί, όπου λειτουργούσε, τελούσε μνημόσυνα και σε κάθε ευκαιρία η οποία του εδίδετο, έδιδε την ορθόδοξη μαρτυρία του ως κληρικού και πνευματικού ποιμένος της Εκκλησίας μας. Ο π. Δημήτριος υπήρξε αφιλάργυρος και τούτο αποδεικνύεται εκ του γεγονότος ότι δεν τακτοποίησε πλουσιοπάροχα τα τέσσερα παιδιά του στην Ελλάδα, αφού σ’ εκείνα τα δύσκολα χρόνια τα παιδιά του αναγκάσθησαν να μεταναστεύσουν ως εργάτες στην Γερμανία όπου εργάσθηκαν σκληρά για να ζήσουν τις οικογένειές τους.
Όταν το 1974 εξελέγη νέος Μητροπολίτης Μαρωνείας και Κομοτηνής ο αοίδιμος Δαμασκηνός (1974-2012), ο π. Δημήτριος που ήταν εφημέριος στην Αγία Σοφία, έλαβε μια ακόμη ευλογία και χαρά από το Θεό, αφού την 15η Αυγούστου 1974 είδε να χειροτονείται Διάκονος και την 22α Φεβρουαρίου 1975, Πρεσβύτερος, ο πρωτότοκος υιός του, ο αοίδιμος προϊστάμενος της Αγίας Σοφίας, Πρωτοπρεσβύτερος Ιωάννης Αρχοντίδης, τον οποίο είχε ως συνεφημέριό του για ένα σχεδόν έτος.
Ο π. Δημήτριος ασθένησε από την επάρατη νόσο και εκοιμήθη στις 16 Μαρτίου 1976 σε ηλικία μόλις 67 ετών. Η κηδεία του έγινε στον Ιερό Ναό της Του Θεού Σοφίας που τόσο αγάπησε και με τόσο απαθές πάθος και ζήλο Χριστού υπηρέτησε. Ο π. Δημήτριος ετάφη την 17η Μαρτίου 1976 στο Κοιμητήριο της Κομοτηνής και στον τάφο του ετάφη και η Πρεσβυτέρα του Κορίνα το έτος 1998.
Ο αείμνηστος κληρικός – οικονόμος της Μητροπόλεως Μαρωνείας και Κομοτηνής π. Δημήτριος Αρχοντίδης υπήρξε άνθρωπος του καθήκοντος, του χρέους, της ασκήσεως εν Χριστώ. Φιλακόλουθος ο ίδιος, δεν παραμελούσε τα καθήκοντά του, πάντοτε τελούσε όλες τις ιερές ακολουθίες και μετέδιδε την άκτιστη χάρη του Παναγίου πνεύματος σε όλο το ποίμνιό του. Υπήρξε όντως άξιος κληρικός, σεβάσμιος ποιμένας, πατέρας πνευματικός, άνθρωπος αγάπης και αυταπαρνήσεως. Το μνημόσυνον αυτού αιώνιον μένει και το παράδειγμά του όλους μάς καλεί, κυρίως όμως τους νεώτερους κληρικούς μας. Είη η μνήμη αυτού αιωνία και άληστος.

Ο ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ Ο Α΄(1974-2012)

Ο αοίδιμος Μητροπολίτης Μαρωνείας και Κομοτηνής κυρός Δαμασκηνός ο Α΄ εγεννήθη το έτος 1920 στο χωρίο Οιχαλία του Νομού Μεσσηνίας από φτωχούς, πλην ενάρετους και ευσεβείς γονείς. Το δε κατά κόσμον όνομα αυτού ήταν Πέτρος Ρουμελιώτης.
Σε πολύ μικρά ηλικία απώλεσε την μητέρα του, η οποία ενστάλαξε στην αγνή παιδική ψυχή του τα νάματα της Ορθοδόξου πίστεως και κατηύθυνε τα διαβήματά του στις αγκάλες της Μητρός Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Ο νεαρός Πέτρος έζησε στην γενέτειρά του μέχρι το έτος 1932, οπότε σε ηλικία 12 ετών και αφού επεράτωσε την πρωτοβάθμια εκπαίδευσή του στο σχολείο του χωρίου του, ακολούθησε την οικογένεια, τον πατέρα και τα υπόλοιπα αδέλφια του, στην Αθήνα όπου αναγκάστηκαν να εγκατασταθούν για να ανεύρουν εργασία και να εξασφαλίσουν τα αναγκαία προς το ζην. Ο ίδιος ο δωδεκαετής Πέτρος αναγκάσθηκε να εργαστεί προκειμένου να συνεισφέρει στον οικογενειακό προϋπολογισμό για την επιβίωση της πολυμελούς οικογένειας. Τούτο βέβαια είχε ως συνέπεια να εγκαταλείψει για κάποια έτη την συνέχιση της πνευματικής του καλλιέργειας και μορφώσεως. Έπρεπε όμως να επιβιώσει η οικογένεια. Η σκληρή όμως εργασία δεν τον απεμάκρυνε από την Ορθόδοξη Εκκλησία και, όπως συχνά – πυκνά ανέφερε ο ίδιος, από πολύ νωρίς τα βήματά του κατευθύνθηκαν στην ενορία του Προφήτου Ηλιού στο Παγκράτι, όπου προϊστάμενος του ναού ήταν ο τότε Αρχιμανδρίτης Τιμόθεος Ματθαιάκης (μετέπειτα βοηθός επίσκοπος Μυρέων στην Μητρόπολη Θεσσαλονίκης (1951-1954), Μητροπολίτης Μαρωνείας (1954-1974) και τέλος Μητροπολίτης Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας (1974-1992).
Με τον τότε Αρχιμανδρίτη Τιμόθεο Ματθαιάκη ο έφηβος Πέτρος συνεδέθη στενά και ανεύρε σ’ εκείνον την πνευματική γαλήνη και παρηγορία. Έκτοτε και μέχρι του θανάτου αυτού ο Μητροπολίτης Τιμόθεος υπήρξε ο πνευματικός πατέρας αυτού.
Στην ενορία του Προφήτου Ηλιού ο Πέτρος εντάχθηκε στον γνωστό χριστιανικό Όμιλο Νέων, τον οποίο είχε συστήσει από ετών ο τότε Αρχιμανδρίτης Τιμόθεος και επέδειξε πρωτοφανή και αξιοθαύμαστη χριστιανική δράση και προθυμία. Ο Αρχιμανδρίτης Τιμόθεος εξετίμησε τον ζήλον του και τον προέτρεψε να ολοκληρώσει οπωσδήποτε την μόρφωσή του. Έτσι ο Πέτρος Ρουμελιώτης ενεγράφη σε νυκτερινό γυμνάσιο επειδή την ημέρα έπρεπε να εργάζεται για την επιβίωση της οικογένειάς του. Στο νυκτερινό γυμνάσιο εφοίτησε από το 1944 μέχρι το 1947 και από το 1947 έως το 1950 υπηρέτησε στον ελληνικό στρατό και ετιμήθη με το στρατιωτικό μετάλλιο εξαιρέτων πράξεων. Στις 4 Μαρτίου του 1951 ο Πέτρος χειροτονήθηκε Διάκονος στον Ιερό ναό Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Γλυφάδος από τον αοίδιμο Μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσόστομο Α΄(Δασκαλάκη). Στη συνέχεια επανήλθε στην ιδιαιτέρα πατρίδα του ως αρχιδιάκονος της Μητροπόλεως Μεσσηνίας.
Παράλληλα με τα ιεροδιακονικά του καθήκοντα ενεγράφη στο γυμνάσιο Καλαμών στο οποίο ολοκλήρωσε την γυμνασιακή φοίτησή του κατά το έτος 1953 και ύστερα από εισαγωγικές εξετάσεις εισήχθη στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και έλαβε το πτυχίο της Θεολογίας το έτος 1958. Σημειωτέον ότι καθ’ όλη την διάρκεια των σπουδών του εργάσθηκε ως κατηχητής και Ιεροκήρυκας στους ομίλους της ενορίας του ναού Προφήτου Ηλία Παγκρατίου, στον οποίο την 20η Σεπτεμβριου του 1958 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον Μητροπολίτη πλέον Μαρωνείας Τιμόθεο, από τον οποίο έλαβε και το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτου.
Τον Οκτώβριο του 1958 εδέχθη την πρόσκληση του Μαρωνείας Τιμοθέου και εγκατεστάθη στην Κομοτηνή, όπου διορίστηκε ως τακτικός ιεροκήρυκας και από την θέση αυτή υπηρέτησε το λαό της Ροδόπης επί 16 συναπτά έτη, μέχρι δηλαδή το 1974, οπότε εξελέγη Μητροπολίτης Μαρωνείας και Κομοτηνής σε διαδοχή του Γέροντός του, Μητροπολίτου πλέον Ν. Ιωνίας και Φιλαδελφείας Τιμοθέου.
Στο σημείο τούτο πρέπει να αναφερθεί ότι ο Μητροπολίτης Δαμασκηνός ως Αρχιμανδρίτης είχε κυριολεκτικώς περπατήσει βήμα –βήμα ολόκληρο το Ν. Ροδόπης, κάθε κωμόπολη, κοινότητα και χωριό, για να κηρύξει τον ευαγγελικό λόγο. Παράλληλα είχε αναλάβει ως υπεύθυνος την διεύθυνση του εκκλησιαστικού οικοτροφείου αρρένων, την προεδρία των χριστιανικών ομίλων Κυριών και Νεανίδων, καθώς και την διεύθυνση του Ανωτάτου κατηχητικού σχολείου Θηλέων Κομοτηνής. Ο ίδιος συνέλαβε και πραγματοποίησε την ιδέα της ιδρύσεως «Συνεργείου Εθνικοθρησκευτικής διαφωτίσεως και ψυχαγωγίας» προκειμένου να πλησιάσει τον λαό και να ενισχύσει το θρησκευτικό και εθνικό του φρόνημα.
Ο Αρχιμανδρίτης Δαμασκηνός Ρουμελιώτης εξελέγη υπό της σεπτής Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, την 29η Μαίου 1974, Μητροπολίτης Μαρωνείας εις διαδοχήν του Γέροντός του, Μητροπολίτου πλέον Ν. Ιωνίας και Φιλαδελφείας (1974-1992) κυρού Τιμοθέου, η δε χειροτονία του έλαβε χώρα στον Ιερό Ναό Προφήτου Ηλιού Παγκρατίου υπό του Μητροπολίτου Τιμοθέου και πλειάδος άλλων Αρχιερέων.
Η ενθρόνισή του πραγματοποιήθηκε στον Ιερό Μητροπολιτικό ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Κομοτηνής την 9η Ιουνίου 1974. Μάλιστα είναι χαρακτηριστικό ότι με την ανάληψη των καθηκόντων του η Ιερά Σύνοδος τον όρισε τοποτηρητή των κενών Μητροπόλεων Αλεξανδρουπόλεως και Διδυμοτείχου και Ορεστιάδος, στις οποίες έκανε συχνές επισκέψεις και εμψύχωνε τα στρατεύματα που ήταν έτοιμα για κάθε ενδεχόμενο λόγω του Κυπριακού ζητήματος. Εξάλλου, επί των εθνικών ζητημάτων (Κυπριακό, Μακεδονικό, προστασία Οικουμενικού Πατριαρχείου) με κορυφαίο το «μειονοτικό» στη Θράκη υπήρξε σκληρός και ανυποχώρητος. Για το «μειονοτικό» διοργάνωσε πάμπολλα συλλαλητήρια και άλλες συσκέψεις, υποβάλλοντας παράλληλα και πολλά υπομνήματα ενημερώσεως και διαμαρτυρίας προς τους αρμοδίους διαχρονικά και διακομματικά φορείς της πολιτείας.
Επί των ημερών του Μητροπολίτου Δαμασκηνού μετετράπησαν κατά την λειτουργία και οργάνωσή τους τα δύο μαθητικά Οικοτροφεία της πόλεως στους σημερινούς βρεφονηπιακούς σταθμούς και εδόθησαν στον ελληνικό στρατό τα κτίρια της Μητροπόλεως στην Ιερά Μονή Αγίου Χριστοφόρου (λειτούργησε ως στρατιωτικό νοσοκομείο) και το οικοτροφείο Σαπών.
Στη διάρκεια της τριακοπενταετούς αρχιερατικής διακονίας του χειροτόνησε υπεράνω των πενήντα ιερέων και χειροθέτησε ανάλογο αριθμό αναγνωστών μεταξύ των οποίων και ο γράφων, ενώ όρισε και μεγάλο αριθμό «πνευματικών – εξομολόγων» προς κάλυψη των αναγκών του ποιμνίου σχετικά με το μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως. Στα έτη αυτά διοργάνωσε ιερατικά συνέδρια, συσκέψεις κατηχητών, αντιαιρετικές εξορμήσεις και αναμόρφωσε τον θεσμό των εσπερινών κηρυγμάτων της Κυριακής στο μητροπολιτικό μέγαρο, δίδοντας σε αυτά χαρακτήρα διαλέξεων.
Όσον αφορά τα μεγάλα έργα που επραγματοποιήθηκαν επί των ημερών του, αναφέρουμε τα εξής: την ανέγερση του Καθεδρικού ναού Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στον προαύλιο χώρο του οποίου ανήγειρε τον ανδριάντα του εθνομάρτυρος Μητροπολίτου Μαρωνείας Κωνσταντίου Α΄(+1821), καθώς επίσης και τους Ιερούς Ναούς Αγίας Βαρβάρας, Αγίου Στυλιανού, Αγίου Κοσμά Αιτωλού και Αγίου Τρύφωνος στην Κομοτηνή. Αλλά και στην υπόλοιπη επαρχία ανήγειρε άλλους 10 μεγαλοπρεπείς ναούς (Ξυλαγανής, Ιάσμου, Σιδηροχωρίου κ.ά) και επέκτεινε τις εγκαταστάσεις της Ιεράς Μονής Παναγίας Φανερωμένης Βαθυρρύακος. Με απόφαση του κατασκευάστηκαν 30 νέα κωδωνοστάσια και 15 οικείες για τους εφημερίους σε χωριά μικτού πληθυσμού, ενώ παράλληλα ανακαινίστηκε το παλαιό μητροπολιτικό μέγαρο και μετετράπη σε πνευματικό κέντρο, όπου στεγάζεται ο Σύλλογος των Φίλων Βυζαντινής Μουσικής και λειτουργεί η Εκκλησιαστική βιβλιοθήκη. Τέλος αναπαλαιώθηκε και διαμορφώθηκε ο περιβάλλων χώρος του μεταβυζαντινού μνημείου Ιμαρέτ (Πτωχοκομείο), στο οποίο εγκαταστάθηκε το Εκκλησιαστικό Μουσείο της Μητροπόλεως.
Με πρωτοβουλία του Μητροπολίτου ανηγέρθη η πρώτη πτέρυγα της Ιεράς Μονής Εισοδίων της Θεοτόκου Πανδρόσου, αλλά και η Ιερά Μονή Οσίου Μαξίμου Καυσοκαλύβη Παπικίου Όρους, όπου εργάστηκε και αγωνίστηκε για την ολοκλήρωσή της και ο αείμνηστος πρώτος Ιερομόναχος της Μονής Π. Μάξιμος (+2003). Αναστηλώθηκε ο ιερός ναός Αγιου Δημητρίου Κασσιτερών και μέχρι πρότινος μεριμνούσε για την αποπεράτωση του Ιερού Ναού Αγίου Ευγενίου στα Πετρωτά Ν. Ροδόπης για να είναι το κέντρο του ποντιακού Ελληνισμού.
Από δε το 1990 με πρωτοβουλία του Μητροπολίτου ιδρύθηκε και λειτούργησε ο ραδιοφωνικός σταθμός της Μητροπόλεως. Στον δε φιλανθρωπικό τομέα σημαντική θέση κατέχουν τα δύο λειτουργούντα συσσίτια στις ενορίες του Μητροπολιτικού ναού και της Του Θεού Σοφίας.
Ο Μητροπολίτης Δαμασκηνός συνέγραψε και εξέδωσε τρία βιβλία. Το πρώτο εξεδόθη το 1989 με τίτλο: «Η συμβολή της τοπικής Εκκλησίας εις την αντιμετώπισιν των εθνικών προβλημάτων της Θράκης». Το δεύτερο βιβλίο εξεδόθη το 1996 και έχει τίτλο: «Η πνευματική δυναμική παρέμβασις της τοπικής εκκλησίας εις τα προβλήματα της ακριτικής περιοχής της Θράκης». Τέλος, το τρίτο βιβλίο εξεδόθη το 1999 και τιτλοφορείται: «Ο Ελληνισμός της Ροδόπης και η τοπική εκκλησία. Εθνικοί και πνευματικοί αγώνες».
Ο Μητροπολίτης Δαμασκηνός στα 38 έτη αρχιερατικής διακονίας του εκλήθη πάμπολλες φορές ως συνοδικός, μέλος και πρόεδρος συνοδικών επιτροπών. Ετιμήθη με τα παράσημα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, αλλά και τους επαίνους της Εκκλησίας της Ελλάδος. Το 1998 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας του ΔΠΘ. Το 2006 ο Δήμος Κομοτηνής χρηματοδότησε την έκδοση τιμητικού τόμου επί τη συμπληρώσει 30 ετών αρχιερατικής προσφοράς του Μαρωνείας Δαμασκηνού, ο οποίος εκοιμήθη τον Νοέμβριο του 2012 και ετάφη στον προαύλειο χώρο του υπ’ αυτού ανεγερθέντος Ιερού Καθεδρικού Ναού Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Κομοτηνής.

Εγγραφείτε στο Newsletter μας