ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΤΗ ΠΟΛΙΤΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΜΘ

ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ
Απολογισμού πεπραγμένων, έτους 2011

Υποβάλω, κατά τα οριζόμενα στο αρ. 179 παρ.4 του Ν. 3852/2010, την ετήσια έκθεση (έτους 2011) και παρακαλώ όπως μεριμνήσετε για την παρουσίαση και συζήτηση της, κατά την ειδική συνεδρίαση του Περιφερειακού συμβουλίου, κατά τις διατάξεις του αρ. 185 του ιδίου ως άνω Νόμου.

I. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ:

Με το άρθρο 179 του Ν.3852/2010, εισήχθη ο θεσμός του Συμπαραστάτη του Πολίτη και της Επιχείρησης, σε επίπεδο Περιφέρειας. Από τον νομοθέτη κρίθηκε απαραίτητη η θεσμοθέτηση και λειτουργία ενός οργάνου εσωτερικής και επιτόπιας καταπολέμησης της κακοδιοίκησης και η διαμεσολάβηση μεταξύ πολιτών και περιφερειακής διοίκησης για την έγκαιρη αντιμετώπιση των φαινομένων αυτών, στα πλαίσια των αρχών της νομιμότητος, της ισότητος και της διαφάνειας.
Ο Έλληνας νομοθέτης υλοποίησε ουσιαστικά την υπ αρ. 757 του 1975 σύσταση της κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης, με την οποία το τελευταίο εισηγήθηκε την καθιέρωση από τα κράτη – μέλη, του θεσμού Ombudsman (διοικητικού διαμεσολαβητή) σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Στην Ελλάδα, η σύσταση αυτή υλοποιήθηκε το 1998 ως προς το Εθνικό σκέλος (με την έναρξη λειτουργίας του Συνηγόρου του Πολίτη) και το 2010, με τον Ν. 3852 «περί Καλλικράτη, ως προς το δεύτερο και τρίτο σκέλος με τους θεσμούς του Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης και του Περιφερειακού Συμπαραστάτη του Πολίτη και της Επιχείρησης. Από το θεσμικό του ρόλο, ο Περιφερειακός Συμπαραστάτης καλείται να αντιμετωπίσει φαινόμενα εν γένει κακοδιοίκησης.
Όπως αναφέρεται στην ετήσια έκθεση έτους 2004, του Συνηγόρου του Πολίτη, ο όρος “κακοδιοίκηση” περιλαμβάνει εφ ενός μεν λειτουργικές παθογένειες της διοίκησης, δηλαδή ελλείψεις υποδομών, ανεπαρκή στελέχωση και ιδίως οργανωτική ανεπάρκεια, που οδηγούν σε κακή διαχείριση των υποθέσεων των πολιτών και αφετέρου πλημμελείς υπηρεσίες προς τους πολίτες, λόγω εσφαλμένης ή πλημμελούς ή άνισης εφαρμογής του νομοθετικού πλαισίου.
Η τελευταία πάντως περίπτωση είναι η συνηθέστερη μορφή κακοδιοίκησης και κυρίως ως τέτοια την αντιλαμβάνεται και ο νομοθέτης στο αρθ.179 του Ν. 3852/2010. Ως επί μέρους μορφές κακοδιοίκησης, με την παραπάνω έννοια, έχουν αντιμετωπισθεί τόσο από τον Έλληνα Συνήγορο του Πολίτη, όσο και από τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή οι ακόλουθες διοικητικές ενέργειες ή παραλείψεις:

Η μη τήρηση προθεσμιών για την διεκπεραίωση υποθέσεων των πολιτών.
Η μη τήρηση της ουσιαστικής νομιμότητος ή των διαδικαστικών τύπων.
Η μη παροχή δυνατότητος πρόσβασης των πολιτών σε διοικητικά έγγραφα που τηρούνται στα υπηρεσιακά Αρχεία
Η αδράνεια της διοίκησης να απαντήσει εγκαίρως σε αιτούμενες πληροφορίες εκ μέρους των πολιτών.
Η παράβαση των αρχών της χρηστής διοίκησης, της αμεροληψίας, της ισότητος, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η κακοδιοίκηση υφίσταται σ’ όλες τις περιπτώσεις στις οποίες δεν τηρείται η αρχή της νομιμότητος, δηλαδή της ορθής εφαρμογής του νόμου, ανεξαρτήτως των παραγωγικών αιτίων που οδήγησαν σ’ αυτήν. Ο Περιφερικός Συμπαραστάτης συνδράμει τους πολίτες και της Επιχειρήσεις, όταν η κακοδιοίκηση εμφανίζεται ως παραβίαση της ανωτέρω αρχής.
Είναι όμως σαφές, ότι αντικείμενο ενδιαφέροντος και εξέτασης, εκ μέρους του Περιφερειακού Συμπαραστάτη, αποτελούν συνάμα και οι λειτουργικές αδυναμίες και παθογένειες της οργάνωσης και λειτουργίας των περιφερειακών υπηρεσιών, εφ όσον εξ αυτών επηρεάζεται η αποτελεσματικότητα τους, δηλαδή το επίπεδο της ποιότητος και ποσότητος των προσφερομένων υπηρεσιών προς τους πολίτες και δυσχεραίνεται περαιτέρω ο μείζων στόχος της βιωσίμου αναπτύξεως.
Προϋπόθεση συνεπώς της επιδιωκόμενης βιωσίμου αναπτύξεως αποτελεί και η βιώσιμη περιφερειακή Διοίκηση, δηλαδή εκείνη για την οποία, κατά τις επιστημονικές παραδοχές, συντρέχουν αθροιστικώς τα ακόλουθα:
α) Η οργάνωση της γίνεται σύμφωνα με τα πορίσματα της διοικητικής επιστήμης και όχι με παρωχημένες αντιλήψεις.
β) Οι δημόσιες πολιτικές και προγραμματικές στοχεύσεις της κι όταν ακόμη διατυπώνονται με κανονιστικές αποφάσεις, γίνονται επί τη βάσει επιστημονικής μελέτης του ρυθμιζόμενου αντικειμένου και όχι επί τη βάσει αποσπασματικών αυτοσχεδιασμών και γ) η στελέχωση της και η άσκηση των αρμοδιοτήτων της, γίνεται από επαγγελματίες δημόσιους λειτουργούς κι όχι μετακλητούς ή επί συβάσει υπαλλήλους.

II. ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΠΟΥ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΤΗ ΚΑΤΑ ΤΟ ΕΤΟΣ 2011

Η εγκατάσταση και η έναρξη λειτουργίας του Περιφερειακού Συμπαραστάτη, πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 2011. Κατά το χρονικό διάστημα από της ως άνω ενάρξεως λειτουργίας του θεσμού, μέχρι πέρατος του 2011, ο Π.Σ. εξέτασε τριάντα (30) υποθέσεις, που υπεβλήθησαν με την γραπτή διαδικασία (βλ. συνημ. αναλυτικό πίνακα) και είκοσι (20) υποθέσεις που αντιμετωπίσθηκαν με προφορική παρέμβαση και συνεννόηση με τις αρμόδιες υπηρεσίες, λόγω της φύσεως των (συνήθως καθυστερήσεις απαντήσεων πληροφοριακού χαρακτήρα).
Ο Περιφερειακός Συμπαραστάτης υπέβαλε ακόμη, την υπ αρ.1590/13-05-2011 ειδική έκθεση, κατ’ αρ. 179. παρ. 4 του Ν. 3852/2010, σχετικά με τις απορρέουσες, από την έλλειψη καταλλήλου χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού, μη σύννομες διοικητικές ενέργειες (χωροθέτησεις, αδειοδοτήσεις κλπ) και την εκ τούτου ανάγκη ανάληψης πρωτοβουλιών εκ μέρους της Περιφέρειας. Από τις επεξεργασθείσες γραπτώς υποθέσεις των πολιτών, δύναται να διατυπωθούν οι ακόλουθες παρατηρήσεις:

Κατά το πρώτο χρονικό διάστημα εφαρμογής του Ν. 3852/2010, παρατηρήθηκε μεγάλη σύγχυση αρμοδιοτήτων, τόσο μεταξύ των επιμέρους επιπέδων Διοίκησης (Αποκ/νη Διοίκηση – Περιφέρεια και Δήμοι) (βλ. περιπτώσεις 1,2 και 4 του συνημ. Πίνακα) όσο και μεταξύ των οργανικών μονάδων της Περιφέρειας. Στην πρώτη περίπτωση, η σύγχυση οφείλετο κυρίως στις αλληλοεπικαλύψεις αρμοδιοτήτων των διαφόρων επιπέδων Διοίκησης, που περιείχοντο, ευθέως, στις διατάξεις του Ν. 3852/2010 ή στις παραλείψεις ρυθμίσεως θεμάτων που ανήκαν στις πρώην Νομαρχιακές Υπηρεσίες και δεν μετεφέρθησαν ρητώς, στις Υπηρεσίες της περιφέρειας ή του Δήμου ή της Αποκ/νης Διοίκησης (βλ. ενδεικτικά τα ρυθμισμέντα εντέλει ζητήματα με το υπ. Αρ. 27610/21-06-2011 έγγραφο του ΥΠΕΚΑ), ούτε ήτο δυνατόν να αντιμετωπιστούν ερμηνευτικά εύκολα, με την γενική διάταξη του αρ. 283, παρ.3 του Ν. 3852/2010, από τις Υπηρεσίες. Στην δεύτερη περίπτωση, οι παρατηρηθείσες ταλαντεύσεις και καθυστερήσεις άσκησης αρμοδιοτήτων, από τις Διευθύνσεις της Περιφέρειας, ωφείλοντο προεχόντως, στο γεγονός ότι με το Π.Δ. 144/2010 «Περί Οργανισμού της Περιφέρειας ΑΜΘ, αλλά και στον Ν.3852/2010, δεν υπήρξε λεπτομερής καταγραφή του συνόλου των αρμοδιοτήτων που κατά τους κείμενους Νόμους, ασκούνται από τις οργανικές αυτές μονάδες αλλά μόνο ενδεικτική παράθεση τους, με αποτέλεσμα πλήθος αρμοδιοτήτων να παραμένουν αρύθμιστες, ως προς την κατανομή τους μεταξύ των Κεντρικών Υπηρεσιών και των αντιστοίχων τους στους Νομούς της Περιφέρειας. Οι ανωτέρω σημειωθείσες δυσλειτουργίες που ωφείλοντο σε αντικειμενικούς λόγους, αντιμετωπίσθηκαν για όσες περιπτώσεις τέθηκαν υπόψη του Π.Σ. τόσο με την γραπτή διαδικασία, όσο και δια της προφορικής – τηλεφωνικής επικοινωνίας με τις αρμόδιες Υπηρεσίες του, κατά τον πρώτο χρόνο εφαρμογής του Ν.3852/2010.
Τόσο η υποστελέχωση των περισσότερων Περιφερειακών Υπηρεσιών, όσο και η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού στον χειρισμό σύνθετων θεμάτων, δηλαδή θεμάτων που ενέχουν σημαντικές τεχνικές αλλά ταυτόχρονα και νομικές διαστάσεις, οδηγεί πολλές φόρες στην μη ορθή, νομικά, αντιμετώπιση σημαντικών προβλημάτων των πολιτών (βλ. ενδεικτικά τις υπ αρ. 12, 15, 19,24, περιπτώσεις του συνμ. Πίνακα). Αναδεικνύεται έτσι η ανάγκη μέσα στα πλαίσια μιας ευρύτερης αναδιοργάνωσης των Υπηρεσιών της Περιφέρειας, όπως εκτίθεται στο επόμενο κεφάλαιο, και ληφθεί μέριμνα όπως στις παραγωγικές Δ/νσεις της Περιφέρειας (Δ/νση Τεχνικών Έργων, Αγροτικής Οικονομίας, Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού, Ανάπτυξης, Μεταφορών, Υγείας και Αναπτυξιακού Προγραμματισμού) προβλεφθούν επί μέρους Γραφεία Νομικής και Διοικητικής στήριξης, για την αποτελεσματική αντιμετώπιση ζητημάτων όπως λ.χ. α) εξέταση αιτημάτων παροχής στοιχείων, β) αντιμετώπισης διοικητικών και δικαστικών προσφυγών εν γένει γ) παρακολούθησης της εξέλιξης της νομοθεσίας και νομολογίας επί των αντικειμένων της κάθε Δ/νσης.
Η παρουσιαζόμενη συχνά καθυστέρηση στην ικανοποίηση των αιτημάτων των πολιτών, παρά τις προβλεπόμενες ρητά από τον Νόμο προθεσμίες για την διεκπεραίωση των ενώπιων της Διοικήσεως εκρεμμουσών υποθέσεων, (βλ. ενδεικτικά υπ. αρ. 7,10, 14, και 29 υποθέσεις) αναδεικνύει την ανάγκη δημιουργίας ενός στενότερου συστήματος παρακολούθησης της καθημερνής ροής εισερχόμενων – εξερχομένων υποθέσεων. Προς τούτο, κρίνεται αναγκαία η εγκαθίδρυση ενός μηχανογραφικού συστήματος, το οποίο θα δίδει την πληροφόρηση σε καθημερινή βάση σχετικά με ποια αιτήματα πολιτών εισήλθαν στην Οργανική μονάδα (Δ/νση), σε ποιο υπάλληλο και πότε χρεώθησαν, ποιες μετακινήσεις χρονολογικώς του εγγράφου ακολούθησαν εσωτερικώς ή εξωτερικώς της Περιφέρειας, πότε υπεγράφησαν από όλα τα αρμόδια όργανα οι αναγκαίες πράξεις ή εισηγήσεις ή γνωμοδοτήσεις και η διαβίβαση του συνόλου της ως άνω πληροφόρησης, σε καθημερινή βάση, αναλυτικώς μεν, στον αρμόδιο Τμηματάρχη, συγκεντρωτικώς δε στον προϊστάμενο Δ/ντή για την παρακολούθηση των τυχόν καθυστερήσεων και την αξιολόγηση τους, ως προς το δικαιολογημένο ή μη του διαρρεύσαντος χρόνου. Αναγκαία εισέτι τυγχάνει, περαιτέρω η ενημέρωση, σε εβδομαδιαία βάση, των αρμόδιων Γεν. Δ/ντών, με γραπτή αναφορά των Δ/ντών των οικείων Διευθύνσεων συγκεντρωτικά για τις τυχόν παρουσιαζόμενες εκκρεμότητες και πως αυτές αιτιολογούνται, ως προς την τυχόν παρουσιαζόμενη καθυστέρηση,. Τέλος, κρίνεται επιβεβλημένη, η ενημέρωση εκ μέρους των Γεν. Δ/ντών, τόσο του οικείου Αντιπεριφερειάρχη, όσο και του Εκτελεστικού Γραμματέα, μια φορά τουλάχιστον μηνιαίως, επί όλων ανωτέρω περιπτώσεων και τυχόν αναγκαίων να ληφθούν οργανωτικών, διοικητικών ή άλλων μέτρων. Θα ήτο εξ άλλου ιδιαίτερα λυσιτελές, εάν η ανωτέρω μηνιαία ενημέρωση, παρείχετο δια του ανωτέρω μηχανογραφικού συστήματος και στους επικεφαλής των επί μέρους παρατάξεων του Περιφερειακού Συμβουλίου ή προς εξουσιοδοτημένους απ αυτούς Περιφερειακούς Συμβούλους για την περαιτέρω εμπέδωση της διαφάνειας και αποτελεσματικής διοικητικής δράσης, στην προώθηση των καθημερινών υποθέσεων των πολιτών.

ΙΙΙ. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΒΕΛΤΙΩΣΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

Η σημερινή βαθειά οικονομική κρίση, απεκάλυψε, συν τοις άλλοις, τα όρια του ηθικού σχετικισμού που διείπε μέχρι τώρα την λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης εν γένει, η οποία αρκείτο στον ρόλο ουδετέρου διαιτητή των συγκρούσεων που συνεχώς τροφοδοτούσε η άναρχη λειτουργία της οικονομίας, μεταξύ των διαφόρων κοινωνικών ομάδων. Ο ρόλος αυτός δεν μπορεί να συνεχισθεί πλέον, αν θέλουμε πράγματι να αποφύγουμε την πιθανολογούμενη γενικευμένη καταστροφή.
Η διοίκηση εν γένει και εν προκειμένω η Περιφερική αυτοδιοίκηση πρέπει να αποκτήσει ικανότητα να οδεύσει γρήγορα προς την βιώσιμη ανάπτυξη. Έχει ανάγκη να αυξήσει την ικανότητα ορθολογικής δημόσιας πολιτικής που δεν ταυτίζεται με την μονοδιάστατη οικονομική πολιτική.
Στα πλαίσια αυτά, προτείνεται δια της παρούσης εκθέσεως όπως η περιφέρεια κινηθεί προς τρεις (3) κατευθύνσεις:
α) Την Διοικητική αναδιοργάνωση, με βάση την εξουσιοδοτική διάταξη του αρ. 241 του Ν. 3852/2010.
β) Την καθιέρωση ενός συστήματος δημοσιοποιημένων ποιοτικών και ποσοτικών στόχων ανά Οργανική μονάδα (Δ/νση – Γεν Δ/νση), με παράλληλη δόμηση ενός πλαισίου δημοσίου ελέγχου καθορισμού των αποδόσεων ανά Οργανική μονάδα.
γ) Βελτίωση των τεχνολογικών υποδομών και των συστημάτων ελέγχου .

Επί μιας εκάστης των προπαρατεθεισών γενικών κατευθύνσεων, θα πρέπει να λεχθούν ειδικότερα τα ακόλουθα:
α) Η Διοικητική αναδιοργάνωση, κατά κοινή παραδοχή, περιλαμβάνει πρωτίστως την οργάνωση των επί μέρους οργανικών μονάδων.
Κατά τις επιταγές της διοικητικής επιστήμης, η οργάνωσις υπηρεσιών, γίνεται κατά τρόπον ορθολογικόν και σύμφωνον προς την γενικωτέρα αρχή της αποτελεσματικότητας, η οποία διέπει την λειτουργία της συγχρόνου Δημ. Διοίκησεως. Εξ αυτού έπεται ότι η επέμβασις εις την δομήν διοικητικής υπηρεσίας οιουδήποτε επιπέδου, δεν δύναται να γίνεται εική και ως έτυχεν, αλλά θα πρέπει να είναι προϊόν εμπεριστατωμένης μελέτης στηριζόμενης στις αρχές τις διοικητικής επιστήμης, εις τρόπον ώστε η επιχειρούμενη οργάνωσις να είναι ορθολογική, διαρκής και αποτελεσματική κι όχι περιστασιακή, αποσπασματική και εξυπηρετική άλλων σκοπών, μη σχετιζόμενων προς τις ανωτέρω αρχές και άρα ανεπίτρεπτος. Προεχόντως συνεπώς η οργάνωση των οργανικών μονάδων της Περιφέρειας, θα πρέπει:

Να περιλαμβάνει αναλυτική περιγραφή των καθηκόντων της κάθε θέσεως, με βάση τις εκ του νόμου προβλεπόμενες αρμοδιότητες αλλά και τις ειδικότερες απαιτήσεις που επιβάλουν οι κοινωνικές και αναπτυξιακές στοχεύσεις και ιεραρχήσεις, όπως αυτές αξιολογούνται από το καθ’ ύλη, αρμόδιο πολιτικό όργανο, δηλαδή το Περιφερειακό Συμβούλιο, με παράλληλο διαχωρισμό των παραγωγικών θέσεων και των θέσεων νομικής- διοικητικής υποστήριξης, όπως εκτίθεται στην ανωτέρω παρ. (ΙΙ,2) του παρόντος
Αναλυτική περιγραφή των προσόντων για την πλήρωση της κάθε θέσεως, με βάση την προηγηθείσα καταγραφή των καθηκόντων και άρα των απαιτήσεων της κάθε θέσης.
Αξιολόγηση του υφιστάμενου κατ αρχήν προσωπικού με βάση τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, για την εν συνεχεία αντικειμενική τοποθέτηση του σε θέση, τα καθήκοντα της οποίας και τα απαιτούμενα προσόντα κατάληψης, δύναται να καλύψει. Καταγραφή περαιτέρω των εναπομενουσών κενών θέσεων, για την προώθηση, στα πλαίσια του υφιστάμενου νομικού πλαισίου, των διαδικασιών πλήρωσης τους, με δημόσιο διαγωνισμό.
β) Η καθιέρωση ετησίων δημοσιοποιημένων στόχων σε κάθε Οργανωτική μονάδα της Περιφέρειας, αποτελεί βασικό προσδιοριστικό στοιχείο κάθε αποτελεσματικής Διοίκησης. Για να είναι ρεαλιστικοί και επιτυχείς, θα πρέπει να συνδυάζουν τα εξής χαρακτηριστικά:

Να είναι αποτέλεσμα συμμετοχής όλων των συντελεστών που θα αναλάβουν την υλοποίηση τους.
Να καταλήγουν σε ένα σαφώς προσδιορισμένο αποτέλεσμα.
Να είναι σαφώς καθορισμένοι ποσοτικά και ποιοτικά.
Να ιεραρχούνται ανάλογα με την σπουδαιότητα τους.
Εκτός από την επίδραση που θα ασκήσουν οι σαφώς καθορισμένοι αντικειμενικοί στόχοι στην υποκίνηση και συνεπώς στο ηθικό του υπαλληλικού προσωπικού, υφίστανται και άλλα γενικότερα πλεονεκτήματα που θα προκύψουν για κάθε οργανική μονάδα (Δ/νση ή τίμημα) από την καθιέρωση τους και συγκεκριμένα:

Η εστίαση των τεθέντων αντικειμενικών σκοπών προς τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, οδηγούν το ρεύμα των προσπαθειών προς την κατεύθυνση επίτευξης συγκεκριμένων επιδιώξεων και περιορίζουν την άσκοπη και περιπτωσιολογική δραστηριοποίηση των υπαλλήλων καθώς και την κατά περίπτωση λήψη αποφάσεων.
Θα δώσουν την δυνατότητα στις επί μέρους Οργανικές μονάδες, να λειτουργήσουν αποτελεσματικότερα στην κατεύθυνση εξυπηρέτησης των πολιτών και του δημόσιου συμφέροντος, καθόσον η συνδυασμένη και σαφώς προσανατολισμένη προσπάθεια θα αντικαταστήσει τις ασυντόνιστες και αναποτελεσματικές ενέργειες.
Θα διευκολύνουν τον έλεγχο και μάλιστα τον κοινωνικό (δηλαδή τον εκ μέρους των πολιτών ασκούμενο έλεγχο), καθ όσον οι τεθέντες αντικειμενικοί στόχοι, χρησιμεύουν ταυτόχρονα και ως βάση αξιολόγησης της απόδοσης των επιμέρους οργανικών μονάδων.
γ) Η βελτίωση των τεχνολογικών και οργανωτικών δομών, αποτελεί το τρίτο σημαντικό πυλώνα δόμησης ενός σύγχρονου συστήματος Διοίκησης, λειτουργούντος με βάσει τις αρχές της αποτελεσματικότητος και της διαφάνειας. Στα πλαίσια ως εκ τούτου μιας ριζικής αναδιοργάνωσης της Περιφέρειας, με βάση την σχετική πρόβλεψη του αρ. 241 παρ. 7 του Ν. 3852/2010, θα ήταν ιδιαιτέρως χρήσιμο να εξετασθούν τα ακόλουθα μέτρα:

Δημιουργία εντός έκαστης Διευθύνσεως, ( των παραγωγικών Τομέων), μονάδος νομικής και διοικητικής στήριξης, για την ανάληψη υπ αυτής όλου του αμιγώς διαχειριστικού αντικειμένου της Υπηρεσίας (εξέταση και εισήγηση επί διοικητικών προσφυγών ή ενστάσεων, επικοινωνία με πολίτες για παροχή στοιχείων ή πληροφοριών, διενέργεια των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων αναθέσεως έργων και μελετών, κωδικοποίησης της νομοθεσίας, της νομολογίας και των εγκυκλίων των αντιστοίχων Υπουργείων), ώστε το επιστημονικό στελεχιακό δυναμικό των θεματικών ειδικοτήτων των επί μέρους Δ/νσεων (μηχανικοί, γεωπόνοι κλπ) να εστιασθεί απερίσκεπτα στην προώθηση του κύριου θεματικού αντικειμένου της κάθε Υπηρεσίας (κατάρτιση προγραμμάτων, μελετών, επίβλεψης έργων και μελετών κλπ).
Εκπαίδευση του επιστημονικού υπαλληλικού προσωπικού και τροφοδοσία των αντιστοίχων υπηρεσιών, με ειδικά προγράμματα σύνταξης μελετών, παρακολούθησης και διαχείρισης έργων.
Κωδικοποίηση και τυποποίηση των ακολουθουμένων διαδικασιών για την έκδοση εκτελεστών διοικητικών πράξεων – και ιδίως αδειοδοτήσεις – τυποποίηση χρησιμοποιούμενων εντύπων εγγράφων και καθιέρωση σταδιακά συστήματος ηλεκτρονικής διακίνησης τους μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας.

IV. ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΑ

Από το σύνολο των προπαρατεθέντων στοιχείων συνάγεται ότι κατά το πρώτο έτος (2011) λειτουργίας της αιρετής Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης, εμφανίζονται οι χρόνιες παθογένειες λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης, στηριζόμενες και στις παρατηρούμενες σημαντικές υστερήσεις σε στελεχιακό δυναμικό των επί μέρους οργανικών Δ/νσεων, όπως διεξοδικώτερα ανελύθησαν στο Κεφάλαιο ΙΙ της παρούσης.
Ωστόσο, η αντικατάσταση της Κρατικής Περιφερείας από την νέα αιρετή, σηματοδοτεί την σταθερή εξέλιξη της διαδικασίας μετάλλαξης της Διοίκησης, από τον προγενέστερο εξουσιαστικό χαρακτήρα της, σε ένα γνήσιο αντιπροσωπευτικό σύστημα λήψεως αποφάσεων ασκήσεως δημοσίων πολιτικών, με έλεγχο και λογοδοσία.
Τούτο όμως αποτελεί μόνο την αρχή, απομένει η με σταθερότητα ολοκλήρωση και του επόμενου βήματος, δηλαδή της συγκρότησης Περιφερειακής Διοίκησης προσανατολισμένης σε δημοσιοποιούμενους στόχους, λειτουργούσης με δεδομένα που προκύπτουν από επιστημονικές μεθόδους λήψεως αποφάσεων και με αποτελέσματα που μεγιστοποιούν το κοινωνικό όφελος, δηλαδή η επίτευξη μιας σύγχρονης βιώσιμης Περιφερικής Διοίκησης.-

Με εκτίμηση
Ο Συμπαραστάτης του Πολίτη και της Επιχείρησης
Λάζαρος Τσακμακίδης

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Εγγραφείτε στο Newsletter μας